Ἀληθῶς Ἀνέστη;

Ἀληθῶς Ἀνέστη;

Where is the Life

we have lost in living?

Where is the wisdom

we have lost in knowledge?

Where is the knowledge

we have lost in information?

 

T. S. Eliot

 

Πόσο εύκολο είναι για τον νου να απαντήσει καταφατικά στην ερώτηση, Ἀληθῶς Ἀνέστη; Πόσο λογικό είναι για τον σύγχρονο άνθρωπο να πιστέψει στην αντιστροφή της βιολογικής ροής της ζωής, ότι κάποιος επέστρεψε από τους νεκρούς και οδηγήθηκε από τον θάνατο στη ζωή;

Οι αποδείξεις και πληροφορίες που καθημερινά συλλέγουμε υπέρ του αντιθέτου είναι πολλές και πειστικές: από την απλή παρατήρηση της εξέλιξης της ανθρώπινης ζωής και της ίδιας της φύσης (οργανικής και ανόργανης) μέχρι τον τρίτο νόμο της θερμοδυναμικής (εντροπία), όλα μαρτυρούν ότι η δομή που ονομάζεται άνθρωπος οδεύει τελεολογικά προς τον αφανισμό που γλωσσικά νοηματοδοτείται με τον όρο «θάνατος». Άλλωστε, ο Όμηρος αποδίδει την ίδια αυτή πραγματικότητα με τη λέξη «βροτός», η οποία δηλώνει τον μη αθάνατο, αυτόν που το κομμάτι που του έχει μοιραστεί (η μοίρα που δηλώνει το μερίδιο, εικάζεται ότι ίσως είναι ομμόριζη του «βροτός») είναι αυτό του αναπόφευκτου θανάτου. Ο άνθρωπος είναι αυτός που αποκλείεται από την αμβροσία/αθανασία. Ακόμη και στις σημιτικές γλώσσες ο άνθρωπος, Αδάμ (אָדָם), δηλώνει πρωτίστως τον χοϊκό (אֲדָמָה= χώμα), αυτόν που είναι χώμα και θα καταλήξει στο χώμα.

Πώς να πιστέψει, λοιπόν, κανείς τη μαρτυρία της Χριστιανικής εκκλησίας περί της Αναστάσεως του Χριστού; Πλέον, αντί για αποδείξεις, ο ανθρώπινος νους αναζητεί την πηγή αυτής της παράλογης διακήρυξης ότι Χριστός ἀνέστη: η ακραία ψυχολογική επιρροή του Ιησού στους μαθητές, η οποία φτάνει στο σημείο του παραλογισμού όταν βιώνουν τη βίαιη οδύνη του αποχωρισμού· η αδυναμία της μητέρας να αποδεχτεί ότι αυτός τον οποίο είχε αναθρέψει ως «υιό θεού» θανατώνεται βιαίως. Εξάλλου, η άρνηση αποτελεί ένα αναμενόμενο στάδιο κάθε βίαιου αποχωρισμού (NDR). Ίσως ευθύνεται η απόφαση μιας μερίδας Εβραίων να κλονίσει την ιουδαϊκή νομική καθεστηκυία τάξη των Φαρισαίων. Εναλλακτικά, ίσως ο Χριστιανισμός οικειοποιήθηκε την ιδέα της επιστροφής από τους νεκρούς που ήδη υπήρχε στους αρχαίους λαούς: από τον Όσιρι της Αιγύπτου, την επιστροφή της Περσεφόνης, τον (ατυχή) άθλο του Ορφέα να επαναφέρει την Ευρυδίκη, μέχρι τον θεό Διόνυσο αλλά και τον Baldr της νορβηγικής Völuspá η έννοια της ανάστασης ανήκε στη σφαίρα του μυθικού. Σε τελική ανάλυση, ίσως ευθύνεται η τάση του ανθρώπου να αρνείται να κατανοήσει τη διάκριση ανάμεσα σε μύθο και πραγματικότητα. Αυτός δεν είναι άλλωστε και ο λόγος που μια μερίδα Χριστιανών θεολόγων απάντησε καταφατικά στο ερώτημα περι της Αναστάσεως, ερμηνεύοντας, όμως, την ανάσταση με όρους μύθου και διακρίνοντας τον Χριστό που αναστήθηκε στο κήρυγμα των Αποστόλων από τον Ιησού που πέθανε επάνω στον Σταυρό.

Για να αντιστρέψουμε, όμως, τους όρους, μήπως η προσπάθεια για λογική επιβεβαίωση των τεκμηρίων της ανάστασης, η άρνηση να αποδεχτούμε το παρά-λογο και επιστημονικά α-μαρτύρητο, δηλώνει την εμμονή του ανθρώπου να ταυτίζεται μόνο με το βιολογικό «είναι»; Μήπως ταυτίσαμε τόσο την ύπαρξή μας με τον εαυτό μας που αδυνατούμε, πλέον, να φανταστούμε την υπέρβαση του βιολογικού; Μήπως, η ύπαρξη διαχρονικά τόσων μύθων επιστροφής από τους νεκρούς δεν είναι απόδειξη της επιρροής μιας θρησκείας προς τις άλλες, αλλά αποτελεί ενιαία μαρτυρία; Μήπως, οι άνθρωποι από τις απαρχές της ιστορίας ψηλάφησαν γλωσσικά (ανάσταση= ἀνίστημι < ἀνά + ἵστημι), αισθητικά (μύθοι, ποίηση, τέχνη) και νοηματικά μια βαθύτερη πραγματικότητα, αρνούμενοι να ταυτίσουν το είναι και τη ζωή με όρους βιολογικούς και νομοτελειακούς, και επιτρέποντας να υπάρχει δίπλα στον βίο των βροτών ο τρόπος της υπερνίκησης των φυσικών/βιολογικών συνθηκών; Τελικά, μήπως, το νόημα που κομίζει η Ανάσταση δεν είναι η θαυματοποιία ή η απόδειξη της παντοδυναμίας, αλλά το άνοιγμα στο ενδεχόμενο το είναι (Heidegger), ο έρωτας, η ζωή και ο θάνατος να υπάρχουν ως έννοιες που ξεπερνούν τα φυσικά και βιολογικά όρια; Τον έρωτα και τη ζωή που εκφράζει ο Ελύτης στο Μονόγραμμα, για παράδειγμα, πως μπορούμε να τον περιορίσουμε στα απλά βιολογικά όρια της σεξουαλικότητας ή της ψυχολογίας του υποκειμένου, όταν πλάθει γλώσσα, έκφραση και νόημα;

Γιατι όλα σκοτεινά ως προς το πότε και το πώς της Ανάστασης; Γιατι καμία γλαφυρή, όπως η Χολιγουντιανή αισθητική μας θα επιθυμούσε, περιγραφή της επιστροφής του Ιησού από τους νεκρούς; Το Ευαγγέλιο αναφέρει ότι οι γυναίκες είδαν τον τάφο κενό, αλλά δεν είδαν τον τρόπο της Ανάστασης. Δεν είναι εύλογο, λοιπόν, να δυσπιστούμε ακόμη περισσότερο και να υποπτευόμαστε τη μυθοπλασία πίσω από τη διακήρυξη της Ανάστασης του Ιησού;

Πιστεύω πως ο Dostoyevsky θέτει εύστοχα την ερώτηση, καθώς ο Μέγας Ιεροεξεταστής του που ανακρίνει τον Ιησού, απαιτεί να μάθει γιατι ο Ιησούς δεν κατήλθε από τον σταυρό, δείχνοντας σε όλους εκεί και τότε ότι δεν είχε αποθάνει. Ωστόσο, για τον Χριστιανισμό, ο Θεός είναι αγάπη που δεν περιορίζεται από την φύση της, αλλά ούτε περιορίζει. Ίσως, το δώρο της Ανάστασης δεν είναι η απόδειξη της θεϊκής παντοδυναμίας μέσω της μαγικής θαυματουργίας – ένας Nietzsche μας αποκάλυψε ότι η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας αντανακλά την πάλη των ανθρώπων για δύναμη και εξουσία που μεταφέραμε στη σφαίρα του θεϊκού είναι· η Ανάσταση είναι η αποκάλυψη της ελευθερίας. Το Ἀληθῶς Ἀνέστη αρνείται την τυραννία της πληροφορίας που αναφέρει ο Eliot και καλεί τον άνθρωπο να αναζητήσει εξαρχής τη ζωή και τη σοφία πέρα από βιολογικούς και φυσικούς περιορισμούς, όχι ως Übermensch/υπεράνθρωπος του Nietzsche, αλλά ως αγάπη που φτάνει στο σημείο της θυσίας. Ἀληθῶς Ανέστη!

Ευάγγελος Μπάρτζης

Θεολόγος

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *