Ὁ μή ἐπιστάμενος μήτε νεῖν μήτε γράμματα, ἀπαίδευτος ἐστί καί βάρβαρος

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Είναι γνωστή σε όλους η σημασία που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες στη σωματική άσκηση παράλληλα με την εκπαίδευση του πνεύματος. Το ρητό «νοῦς ὑγιής ἐν σώματι ὑγιεῖ», παρόλο που είναι λατινικής και όχι ελληνικής προέλευσης, όπως οι περισσότεροι λανθασμένα πιστεύουν (mens sana in corpore sano), αντικατοπτρίζει  πλήρως τη στάση των προγόνων μας ως προς την ισορροπημένη ανάπτυξη πνεύματος και σώματος.

Αυτό που δεν είναι όμως τόσο γνωστό στο ευρύ κοινό είναι η αγάπη των αρχαίων Ελλήνων για το νερό και το κολύμπι. Από μικρή ηλικία μάθαιναν οι Έλληνες να δαμάζουν το υγρό στοιχείο, κυρίως στις θάλασσες, όπου ασκούνταν συστηματικά για να αποκτήσουν ταχύτητα και αντοχή στην κολύμβηση.

Η ρήση «Ὁ μή ἐπιστάμενος μήτε νεῖν μήτε γράμματα, ἀπαίδευτος ἐστί καί βάρβαρος», δηλαδή αυτός που δε γνωρίζει ούτε να κολυμπά, ούτε τα γράμματα, απαίδευτος είναι και βάρβαρος, αποδεικνύει τη σημασία της γνώσης της ορθής κολύμβησης. Η γνώση της κολύμβησης θεωρούνταν χαρακτηριστικό εξίσου σημαντικό με την παιδεία, η οποία ως γνωστόν ξεχώριζε τους αρχαίους Έλληνες από τα άλλα έθνη, τους βαρβάρους. Ο Ηρόδοτος,  κατά την εξιστόρηση της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας, αναφέρει ότι τα θύματα από την πλευρά των Περσών ήταν πολύ περισσότερα, διότι οι ναύτες των περσικών πλοίων, όταν έπεφταν στη θάλασσα, πνίγονταν, καθώς δεν ήξεραν κολύμπι, σε αντίθεση με τους Έλληνες ναύτες, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους κατόρθωναν να κολυμπήσουν ως την ακτή σώοι και αβλαβείς.

Τόσο ο Ηρόδοτος, στο έργο του «Ἱστορίαι», όσο και ο Παυσανίας κάνουν ιδιαίτερη μνεία στον Σκυλλία, από τη Σκιώνη της Χαλκιδικής, ως τον σημαντικότερο δύτη της αρχαιότητας. Ο Σκυλλίας υπηρετούσε στον στόλο του Ξέρξη, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες παρά τη θέλησή τους. Με τη βοήθεια της κόρης του, Ύδνας, που είχε λάβει παρόμοια εκπαίδευση με εκείνον στην κολύμβηση και στις υποβρύχιες καταδύσεις, κατόρθωσε να δραπετεύσει και με αλλεπάλληλες αθώρητες καταδύσεις σε τρικυμισμένη θάλασσα έκοψε τα σχοινιά από τις άγκυρες που συγκρατούσαν τα περσικά πλοία, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να εξοκείλουν στα βράχια και να καταστραφούν.

Στη συνέχεια, ο Σκυλλίας και η Ύδνα κολύμπησαν από τις Αφέτες της Μαγνησίας, όπου ναυλοχούσε ο περσικός στόλος, ως το Άρτεμίσιο – μία απίστευτη απόσταση 80 σταδίων, περίπου 15χλμ – ενημερώνοντας τον στόλο των Ελλήνων για τις δυνάμεις και τα σχέδια των αντιπάλων τους. Εκτιμάται μάλιστα, πως η παρέμβαση του Σκυλλία με τις γνωστές και άγνωστες πληροφορίες που μετέφερε ήταν καθοριστικότατη στην εξέλιξη των γεγονότων αλλά και στη διαμόρφωση της στρατηγικής που εφάρμοσαν στη συνέχεια ο Θεμιστοκλής και οι επικεφαλής του ελληνικού στόλου. Μια στρατηγική, απόρροια της οποίας υπήρξε η συντριβή του περσικού στόλου στη ναυμαχία του Αρτεμισίου. Για τις πολύτιμες υπηρεσίες τους, τόσο ο Σκύλλίας όσο και η Ύδνα, τιμήθηκαν ως ήρωες και χάλκινα αγάλματά τους κατασκευάστηκαν κατά παραγγελία της Δελφικής Αμφικτυονίας στο μαντείο των Δελφών.

Σήμερα, και ανελλιπώς από το 2011, ο Όμιλος Ερασιτεχνών Αλιέων Λίμνης Ευβοίας «ο Ποσειδών» διοργανώνει κάθε χρόνο προς τιμήν του πρώτου επιβεβαιωμένου κολυμβητή μεγάλων αποστάσεων και ήρωα των Περσικών Πολέμων, Σκυλλία, την κολυμβητική διάπλευση του Βόρειου Ευβοϊκού Κόλπου, της διαδρομής δηλαδή, της οποίας φέρεται να είχαν πραγματοποιήσει ο Σκυλλίας και η Ύδνα, κατά τη θρυλική τους απόδραση από τον περσικό στόλο μέχρι τους Έλληνες.

Οι Σπαρτιάτες, οι πλέον αξιόμαχοι πολεμιστές της αρχαιότητας, ήταν επίσης δεινοί κολυμβητές, καθώς ασκούνταν καθημερινά στα επικίνδυνα και ορμητικά νερά του Ευρώτα ποταμού. Η ικανότητά τους στην κολύμβηση αξιοποιήθηκε κατά κόρον σε πολεμικές επιχειρήσεις. Ο Θουκυδίδης αναφέρεται κατά την εξιστόρηση του Πελοποννησιακού πολέμου σε  «ύφυδρους κολυμβητές», σε Σπαρτιάτες δύτες δηλαδή, οι οποίοι αναλάμβαναν ειδικές αποστολές ως οι βατραχάνθρωποι των αρχαίων χρόνων! Σε μία από τις αποστολές αυτές μάλιστα αναφέρεται ότι μετέφεραν υποβρυχίως ασκούς με νερό και τρόφιμα προκειμένου να τροφοδοτήσουν αποκλεισμένους τους συμπατριώτες.

Όπως είναι φυσικό, οι αρχαίοι Έλληνες εξασκούνταν στην κολύμβηση κυρίως στη θάλασσα και δευτερευόντως στους ποταμούς. Παρόλα ταύτα σε πολλά γυμναστήρια υπήρχαν και πισίνες, γνωστές ως «κολυμβήθρες».

Πρόκειται για χώρους άσκησης και προπόνησης, ενώ η ψυχρολουσία, η επαφή με το παγωμένο νερό θεωρούνταν ότι είχε θεραπευτική δράση και σκληραγωγούσε τους νέους.

Παρά τα πλείστα καταγεγραμμένα παραδείγματα κολυμβητικής δεινότητας, τόσο στις θάλασσες όσο και στις κολυμβήθρες, οι κολυμβητικοί αγώνες δεν ήταν καθόλου διαδεδομένοι στην Αρχαία Ελλάδα, και το «νήχειν» δεν περιλαμβάνονταν στους Ολυμπιακούς ή άλλους πανελλήνιους αγώνες. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να υπάρχουν πανελλήνιοι αγώνες κολύμβησης, όταν οι Έλληνες νησιώτες και κατοικούντες στα παράλια θα είχαν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι αυτών που κατοικούσαν στα ορεινά και στην ενδοχώρα; Οι πανελλήνιοι αγώνες βασίζονταν ως γνωστόν στην ισονομία και στην ενότητα του ελληνισμού και αυτήν σφυρηλατούσαν.

Οι πρώτοι καταγεγραμμένοι αγώνες κολύμβησης στην αρχαιότητα, σε τοπικό επίπεδο, έλαβαν χώρα, σύμφωνα με τον Παυσανία, στην Ερμιονίδα της Αργολίδας, προς τιμήν του θεού Διονύσου Μελαναίγιδος (από τις αλλεπάλληλες στρώσεις μαύρου δέρματος κατσίκας που είχε η ασπίδα του θεού).

Οι αγώνες διεξάγονταν ετησίως στη θάλασσα, παράλληλα με κωπηλατικούς, ιστιοπλοϊκούς και μουσικούς αγώνες, υπήρχαν έπαθλα για τους νικητές και ονομάζονταν «Άμιλλα Κολύμβου». Σήμερα, οι αγώνες αυτοί αναβιώνουν στην Ερμιόνη ετησίως, με την επωνυμία «Διονύσια Ερμιόνης – Αναβίωση Αρχαίων Αγώνων».

Ως Έλληνες έχουμε αναπτύξει από τα προϊστορικά χρόνια μία ιδιαίτερη σχέση με τη θάλασσα. Η χώρα μας παρά τη μικρή της έκταση βρίσκεται στην ένατη θέση παγκοσμίως όσον αφορά στο μήκος των ακτογραμμών,  ούσα μάλιστα η χώρα με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στη Μεσόγειο. Η θάλασσα αποτελεί φυσική προέκταση της ατομικότητας των Ελλήνων, ενεργό και αναπόσπαστο κομμάτι της διαμόρφωσης του ιδιαίτερου χαρακτήρα και του ψυχισμού του λαού μας.

Από την άλλη μεριά, η Ελλάδα στατιστικά κατατάσσεται δεύτερη παγκοσμίως σε ποσοστό θανάτων από πνιγμούς, ενώ κατέχει τη θλιβερή αυτή πρωτιά στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Ως αίτιο του φαινομένου προβάλλει το γεγονός ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων δε γνωρίζει να κολυμπά σωστά και με ασφάλεια. Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα για μία ακόμη φορά την πρακτική των σοφών προγόνων μας θα πρέπει να θεωρούμε τη γνώση της ορθής κολύμβησης δεξιότητα απαραίτητη για την ολοκλήρωση του ατόμου.

Πολύ περισσότερο δε, η εκμάθηση της ορθής κολύμβησης είναι απαραίτητο να γίνεται από εξειδικευμένους γυμναστές – προπονητές στα κολυμβητήρια και στους ναυτικούς ομίλους και όχι από τους ίδιους τους γονείς με αμφίβολα αποτελέσματα.

Η ιδανική ηλικία για να μυηθεί ένα παιδί στο άθλημα της κολύμβησης είναι τα 4 με 5 έτη της ηλικίας του. Πέρα από τα αδιαμφισβήτητα οφέλη της άσκησης στο νερό που τονίζουν όλοι οι ειδικοί για την ορθή μυοσκελετική και καρδιοαναπνευστική ανάπτυξη του παιδιού, η ενασχόληση με το άθλημα της κολύμβησης δημιουργεί άτομα πειθαρχημένα. Άτομα που μαθαίνουν να διαχειρίζονται καλύτερα τον χρόνο τους, που θέτουν στόχους και τους πραγματώνουν με μεγαλύτερη επιτυχία, με αποτέλεσμα καλύτερες επιδόσεις ακόμη και στα μαθητικά τους καθήκοντα.

Χαρίσης Δ. Τζαναβάρας – Χημικός

Πρωταθλητής Μαραθώνιας Κολύμβησης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *