Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Ένας πίνακας του Ιταλού καλλιτέχνη Antonio Ciseri (1821-1891) έχει τον τίτλο Ecce homo. Είναι εμπνευσμένος από την ευαγγελική περικοπή στην οποία ο Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας, Πόντιος Πιλάτος, παρουσιάζει τον Ιησού Χριστό στο πλήθος, αφού πρώτα τον έχει μαστιγώσει (Ιω. 19:5). Ο πίνακας απεικονίζει τη σκηνή που ο Πιλάτος αναφωνεί: Ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος (ecce homo στα λατινικά). Ο Πιλάτος γέρνει έξω στο μπαλκόνι για να απευθυνθεί προς τον ανήσυχο όχλο που ξεχωρίζει στο βάθος, ενώ με το δάκτυλο του δείχνει προς έναν άνθρωπο που στέκεται στα αριστερά του, αμίλητος, ημίγυμνος, ανίσχυρος, ισχνός και καταδικασμένος. Φορά μόνο έναν κόκκινο μανδύα και ένα ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι. Τα χέρια είναι δεμένα οπισθάγκωνα. Η ευαγγελική περικοπή δίνει την εντύπωση, την οποία δείχνει να συμμερίζεται ο Ciseri, ότι το επιφώνημα “ἰδοὺ” έχει ως σκοπό να παρουσιάσει τον Ιησού στο πλήθος. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα, γιατί ο Πιλάτος δεν παρουσιάζει τον Ιησού με το όνομα του, αλλά αναφέρεται σε αυτόν ως “ὁ ἄνθρωπος”; Το ερώτημα ενισχύεται από την παρουσία του οριστικού άρθρου (ὁ) στο αρχαίο κείμενο. Θα ήθελα, λοιπόν, να μοιραστώ μερικές σκέψεις σχετικά με τις πιθανές ερμηνείες της σκηνής στο μπαλκόνι του ρωμαϊκού διοικητηρίου της Ιουδαίας.

Νομίζω ότι είναι πιθανή μια ερμηνεία της κίνησης του Πιλάτου είναι ως κάλεσμα — ίσως δίχως να το επιδιώκει ο ίδιος — να παρατηρήσουμε προσεκτικά την ανθρώπινη φύση: homo = άνθρωπος· ecce homo, αυτός είναι πραγματικά ο άνθρωπος. Όταν γυμνωθεί από την δόξα που ο ίδιος έχει περιβάλει τον εαυτό του, ο άνθρωπος παραμένει ένα αδύναμο πλάσμα, το οποίο, όπως μας θυμίζει ο Martin Heidegger, (περι)ορίζεται στον χώρο και τον χρόνο. Οπότε, έτσι εξηγείται η γυμνότητα και η ισχνότητα του άνδρα με τον κόκκινο μανδύα. Ο άνθρωπος κυνηγά να προφτάσει τον χρόνο αλλά πάντα ξεμένει από χρόνο, καταδικασμένος να ζει στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στο όντως είναι (Sein) και το παροδικό γίγνεσθαι (Dasein). Αλλιώς, όπως ερμηνεύει ο Σλοβένος φιλόσοφος Slavoj Žižek την κλασική φροϋδιανή ψυχολογία, όταν αφαιρεθούν όλα τε επίπεδα αυτοαξίας, τότε ο πυρήνας του ανθρώπου θυμίζει το κενό ενός αυγού έκπληξη της Kinder: ο άνθρωπος βιώνει πάντα την ανικανοποίητη επιθυμία όσων δεν κατέχει, άσχετα με τι είναι τα αντικείμενα που επιθυμεί καθ᾽ εαυτά (το καντιανό Ding an sich). Αλλά, όταν αποκτήσει τα αντικείμενα, ακόμη κι αν αυτό αφορά ανθρώπινα πρόσωπα, καταλαβαίνει ότι, όπως και με ένα αυγό έκπληξη Kinder, αυτό που ανακάλυψε είναι ένα μεγάλο κενό που αγκαλίαζει το μικρό αντικείμενο που πάντα απέχει πολύ από όσα ο άνθρωπος προσδοκούσε ότι θα ανακαλύψει. Έτσι, ο άνθρωπος ζει στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στην προσδοκία και την πραγματικότητα. Το πλήθος του Ciseri κραυγάζει, αλλά κάτω από τον κόκκινο μανδύα διακρίνεται το ισχνό σώμα του καταδικασμένου άνδρα.

Αυτό το σημείο οδηγεί σε μια άλλη πιθανή ερμηνεία που πηγάζει από τη γυμνότητα του άνδρα του πίνακα και την παρουσία του όχλου. Σύμφωνα με τον Friedrich Nietzsche, αυτό που επιθυμεί ο άνθρωπος πάνω από όλα είναι η δύναμη και η εξουσία. Οπότε, ecce homo, ιδού όχλε η πραγματική σου φύση: ένα πλάσμα υποκείμενο πάντα στη βία, το οποίο τείνει στη βία. Ορίστε, όχλε, το νέο θύμα σου: άνθρωπος εναντίον ανθρώπου. Αλλά δεν είναι μόνο ο άνθρωπος βίαιος. Δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι όσο περισσότερο μαθαίνουμε για τον κόσμο, τόσο κατανοούμε τη βιαιότητα της φύσης. Το σύμπαν είναι βίαιο. Μπορεί η φύση να χαρίζει τις ομορφιές της στον άνθρωπο, αλλά την ίδια στιγμή τον απειλεί όταν σκοτεινιάζει τους ουρανούς, συνταράζει τη γη κάτω από τα πόδια του ανθρώπου, και ανακινεί τις σκοτεινές θάλασσες, όλα υπενθύμιση της αδυναμίας του ανθρώπου. Σίγουρα, η επιστήμη έχει κάνει τεράστια βήματα να ανακαλύψει τις φυσικές αιτίες των φαινομένων και τους φυσικούς νόμους, αλλά όταν μια πέτρα αποκόπτεται και κατρακυλά από έναν λόφο ενώ περνάς από κάτω, καμία επιστημονική ερμηνεία δεν μπορεί να παρέχει παρηγοριά εκείνη τη στιγμή μπροστά στο αίσθημα της αδυναμίας. Όσον αφορά την ανθρώπινη βία, αλήθεια τι άλλο υποδηλώνει ο μύθος του αδελφοκτόνου Κάϊν και του Άβελ, του πρώτου νεκρού, εάν όχι την πανάρχαια συλλογική συνείδηση του είδους μας σχετικά με την παντοτινή παρουσία της ωμής βίας; Ίσως ο Πιλάτος να αναφωνεί: ιδού όχλε, ο άνθρωπος, το αντικείμενο της βίας σου. Εναλλακτικά,ίσως το ecce homo να αφορά τον όχλο: ιδού άνθρωπε, είσαι βία και ιδού ο άνθρωπος προς τον οποίο θα στρέψεις την (τυφλή/ωμή)βία σου. Ιδού άνθρωπε, ασκείς βία και υπόκεισαι στη βία.

Ακόμη και η παρουσία του νόμου στον πίνακα (βλ. Πόντιος Πιλάτος) απλά μας υπενθυμίζει ότι ακόμη και στη σύγχρονη εκδοχή των πολιτευμάτων ο νόμος παραμένει βίαιος, μόνο που πλέον έχουμε δώσει τη συγκατάθεσή μας το κράτος να είναι ο φορέας της νόμιμης ή επιτρεπτής βίας. Σε αυτή την περίπτωση, μάλλον ο Πιλάτος αναφωνεί: ecce homo, ένα γυμνό και ανίσχυρο πλάσμα στα μάτια της κυρίαρχης εξουσίας. Χρωστούμε πολλά στον Michel Foucault, τον Γάλλο φιλόσοφο, για τις εργασίες του επάνω στη βιοπολιτική (biopolitics/biopolitique), τη σύνδεση ανάμεσα στο σώμα (ως έκφραση της ολότητας της ανθρώπινης ύπαρξης) και την άσκηση της κυρίαρχης εξουσίας (βλ. κράτος), αλλά και στον Ιταλό Georgio Agambenπου ανέλαβε να περιγράψει περαιτέρω τον τρόπο που ο Πιλάτος θα μπορούσε να αναφωνεί “ecce sacer homo/ιδού ο γυμνός άνθρωπος” ή “ιδού ο άνθρωπος ως γυμνή ζωή”, μια ζωή που προσφέρεται ως φονεύσιμη ζωή, χωρίς όμως να θυσιάζεται σε κάτι ανώτερο. Ή, όπως το θέτει ο René Girard, ιδού η ανθρώπινη ζωή που έρχεται αντιμέτωπη με τo αιφνιδιαστικό τέλος προκειμένου να αποκατασταθεί η κοινωνική ισορροπία, για την οποία κραυγάζει εναγωνίως ο όχλος του Ciseri. Μια ισορροπία που διακόπτεται από την ένταση που επικρατεί ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα, την οποία μόνο ο θάνατος ενός απόβλητου (στην σημερινή πολιτική ορολογία ενός denizen, ενός πολίτη δίχως δικαιώματα) μπορεί να αποκαταστήσει. Μπορεί οι παραπάνω γνώμες να διαφέρουν σε πολλά σημεία, αλλά στον πυρήνα τους υπάρχει η βία ως μέρος της ανθρώπινης φύσης.

Τέλος, “ecce homo, ecce verbum”· ιδού ο άνθρωπος, ιδού ο λόγος. O Ιησούς αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιωἀννη ως ο “Λόγος” (verbum). Τι είναι ο άνθρωπος, κατά βάθος, αν όχι λόγος, επικοινωνία; Ωστόσο, ο λόγος είναι ανίσχυρος και ανυπεράσπιστος. Όπως έχει υπογραμμίσει ο Γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida, αυτό είναι το δράμα (ή η δόξα) του ανθρώπινου λόγου, διότι αμέσως μόλις αφήσει το στόμα αυτού που τον εκφέρει ή την γραφίδα του συγγραφέα, τότε ο λόγος στέκει γυμνός και ανίσχυρος: γυμνός επειδή ο λόγος γυμνώνεται από κάθε αρχικό ένδυμα, βλ. νόημα, που τον είχε περιβάλει ο ομιλητής ή συγγραφέας και ενδύεται πλέον το ένδυμα/νόημα που τον περιβάλει ο ακροατής ή αναγνώστης. Και ανυπεράσπιστος· ο λόγος πλέον υπόκειται στην πιθανότητα της ερμηνείας, της κατανόησης και της παρανόησης, αφού εύκολα ξεριζώνεται από το αρχικό του νόημα και τοποθετείται σε νέα νοηματικά πλαίσια.

Κάθε πίνακας — ο πίνακας του Ciseri δεν αποτελεί εξαίρεση — μοιάζει να αποτυπώνει ένα μόνο στιγμιότυπο ενός γεγονότος. Αντίθετα, οι ευαγγελικές διηγήσεις αποθαρρύνουν μια τέτοια αποσπασματική ανάγνωση και καλούν τον αναγνώστη να δει τα λόγια του Πόντιου Πιλάτου υπό το φως της γνώσης ότι ο Πιλάτος δεν δείχνει με το δάκτυλο του έναν “άνθρωπο”, αλλά ΤΟΝ άνθρωπο, Αυτόν που αποκαλύπτει σταδιακά το γεγονός ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί δυνητικά να εκφάνει περισσότερα από όσα επιφανειακά/βιολογικά φαίνονται να την χαρακτηρίζουν (ο Heidegger το ονόμασε γεγονός/ereignis, o Derrida γεγονός/ l’ événement και ο Χριστιανισμός ἐρχόμενη βασιλεία).

Ευάγγελος Μπάρτζης

Θεολόγος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *