Εθνικισμός και πατριωτισμός: Μια θεολογική θεώρηση

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Για την Εκκλησία ο εθνικισμός αποτελεί αίρεση που καταδικάστηκε και διαφέρει από τον πατριωτισμό. Θα προσπαθήσω να θέσω ορισμένες βασικές αρχές με τις οποίες πρέπει νομίζω να σκεπτόμαστε για τα θέματα αυτά και όχι να σχολιάσω την επικαιρότητα και τα σύγχρονα φαινόμενα εθνικισμού, φονταμενταλισμού, μισαλλοδοξίας κ.λπ. τα οποία εμφανίζονται στις χώρες της Ευρώπης και του κόσμου, της δικής μας πατρίδας ασφαλώς συμπεριλαμβανομένης. Ας δούμε το θέμα κατ’ αρχήν ιστορικά.

1. Εισαγωγικά

Το 1860 προέκυψε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα, αυτό της επιθυμίας των Βουλγάρων επισκόπων να δημιουργήσουν μια Εκκλησία μόνο για Βουλγάρους, παρά το γεγονός ότι οι επαρχίες τους ανήκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ η ίδια η βουλγαρική γη αποτελούσε ακόμη τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δεν υπήρχε τότε ανεξάρτητο βουλγαρικό κράτος. Το τελευταίο στοιχείο δεν ενδιέφερε βέβαια την Εκκλησία, ενδιέφερε όμως τους Βουλγάρους, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν τον ανεξάρτητο – αυτοκέφαλο στην εκκλησιαστική γλώσσα – αρχιερέα τους εγκατεστημένο σε κάποια πόλη συνδεδεμένη με την ιστορία τους, όπως η Αχρίδα ή το Τύρνοβο, αλλά στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Για πρώτη φορά η Ορθόδοξη Εκκλησία συναντούσε το φαινόμενο της συνύπαρξης δύο επισκόπων στην ίδια πόλη με την ίδια εδαφική δικαιοδοσία με μόνη διάκριση την εθνική σύνθεση του ποιμνίου. Ειρρήσθω εν παρόδω, ότι η στόχευση των Βουλγάρων ήταν τότε πολιτική. Ήταν πιο εύκολο σε ένα Βούλγαρο αρχιερέα εγκατεστημένο στην Κωνσταντινούπολη να διεκδικήσει όσο περισσότερες περιοχές μπορούσε από ότι αν ήταν εγκατεστημένος σε μια αμιγώς βουλγαρόφωνη περιοχή. Στη δεύτερη περίπτωση δύσκολα μπορούσε να διεκδικήσει περιοχές πέραν αυτών που κατοικούνταν αμιγώς από Βουλγάρους. Στην πρώτη, μπορούσε να διεκδικήσει και τις περιοχές που είχαν μικτό πληθυσμό ή που δεν κατοικούνταν από Βουλγάρους, αλλά οι Βούλγαροι εθνικιστές θεωρούσαν ιστορικά βουλγαρικές. Οι περιοχές αυτές αργότερα αποτέλεσαν διεκδίκηση των Βουλγάρων για τη δημιουργία του κράτους της μεγάλης Βουλγαρίας, όπως αυτό προέκυψε από τη βραχύβια, όπως αποδείχθηκε, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Η αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου οδήγησε τελικά στην καταδίκη των Βουλγάρων οπαδών της εθνικής Εκκλησίας που δημιουργείτο και η κήρυξη της αυτοκέφαλης Εκκλησίας των Βουλγάρων σε σχίσμα με την υπόλοιπη Εκκλησία. Για να επιτύχει τον στόχο του το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησε και πέτυχε τη σύμφωνη γνώμη των άλλων Ορθοδόξων Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, όπως και του αρχιεπισκόπου Κύπρου στη σύνοδο που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1872. Η σύνοδος, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην κήρυξη του σχίσματος, αλλά προσπάθησε να βρει την αιτία του κακού. Καταδίκασε λοιπόν τον «φυλετισμό», τον οποίο όρισε με δύο τρόπους:

  • Σε μια ευρύτερη προοπτική ο φυλετισμός ορίζεται ως «η λόγω φυλετικής καταγωγής και γλώσσης διάκρισις και διεκδίκησις ή εξάσκησις αποκλειστικών δικαιωμάτων παρ’ ατόμων ή ομάδων ανθρώπων ομοχώρων τε και ομοταγών». 
  • Σε μια ειδικότερη αντίληψη φυλετισμός ήταν «η εν αυτώ τόπω συγκρότησις ιδίων φυλετικών Εκκλησιών, πάντας μεν τους ομοφύλους αποδεχομένων, πάντας δε τους ετεροφύλους αποκλειουσών και υπό μόνον ομοφύλων ποιμένων διοικουμένων, ως αξιούσι νυν οι οπαδοί του φυλετισμού».

Για να εξηγήσουμε λίγο τα πράγματα, ο δεύτερος ορισμός του φυλετισμού είναι αυστηρά εκκλησιαστικός, όπως φαίνεται και από τη νομική του θεμελίωση στον εκκλησιαστικό κανόνα που απαγορεύει την ύπαρξη δύο επισκόπων στην ίδια πόλη. Σύμφωνα με το συνοδικό κείμενο δεν είναι δυνατό να δημιουργείται μία Εκκλησία πάνω σε φυλετική βάση και να δέχεται όλα τα μέλη της μιας φυλής και να απορρίπτει τα μέλη άλλης φυλής, ούτε είναι αποδεκτό ο ποιμένας της Εκκλησίας να κατάγεται από την ίδια φυλή με το ποίμνιό του. Το ζήτημα αυτό είναι σαφώς ζήτημα κανονικού δικαίου και η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης έχει πράγματι τη βάση της στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας. Η απόφασή της, λοιπόν, είναι αδιαμφισβήτητη. Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, σημείο είναι ο πρώτος ορισμός. Η σύνοδος, σε μια ευρύτερη ανθρωπολογική προοπτική, πέρα από τα όρια του κανονικού δικαίου, καταδίκασε την αποκλειστικότητα που διεκδικούν ορισμένοι άνθρωποι έναντι των ανθρώπων, με τους οποίους συμβιώνουν πάνω στη βάση της, φυλετικής τους καταγωγής ή της ομιλούμενη γλώσσας τους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι βέβαια η ποικιλία φυλών και γλωσσών, η ποικιλία των εθνών και των παραδόσεων που ενόχλησε τη σύνοδο, αλλά η αποκλειστικότητα που διεκδικούν τα μέλη των ομάδων αυτών έναντι των μελών άλλης ομάδας. Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής ή γλώσσας που προηγουμένως συμβίωναν αρμονικά να εισέρχονται σε τροχιά σύγκρουσης. Η σύνοδος είχε προβλέψει το μέλλον με αρκετή ακρίβεια. Τα γεγονότα που ακολούθησαν το βουλγαρικό σχίσμα οδήγησαν στη δημιουργία του περιβόητου Μακεδονικού Ζητήματος που ταλαιπώρησε και συνεχίζει να ταλαιπωρεί τους βαλκανικούς λαούς.

2. Τι είναι έθνος

Ο όρος φυλετισμός, έτσι όπως εξηγήθηκε από τη σύνοδο του 1872, δεν σχετίζεται με τον ρατσισμό, όπως θα θεωρούσαμε με μια πρώτη ματιά. Ο όρος φυλή σχετίζεται βέβαια με τον ιταλικό όρο ράτσα ή τον αγγλικό race, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έχουμε την αναφορά σε έναν λαό, τους Βουλγάρους, οι οποίοι συγκροτούν ένα έθνος και μάλιστα εμφανίζουν στοιχεία αποκλειστικότητας, καθώς θεωρούν τους εαυτούς κάτι ιδιαίτερο, οπότε πρέπει να έχουν δικούς τους επισκόπους, δικό τους πρώτο, δικά τους εδάφη, όπου μόνο οι δικοί τους επίσκοποι μπορούν να ασκούν την ποιμαντική ευθύνη. Με αυτόν τον τρόπο οι Βούλγαροι επιθυμούσαν, την εποχή εκείνη, να διακρίνονται από τους γείτονές τους διαφορετικής καταγωγής και μάλιστα, με βάση το στοιχείο της αποκλειστικότητας, να θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους ή ιδιαίτερους και διαφορετικούς από τους άλλους. Εδώ, όμως, τίθεται ένα βασικό ερώτημα: για ποιο λόγο η σύνοδος θεώρησε ότι θιγόταν από αυτή τη στάση ώστε την καταδίκασε και την αποκήρυξε ως αίρεση που βλάπτει το σώμα της Εκκλησίας; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να δούμε τι είναι το έθνος – και οι παράγωγοι όροι, όπως εθνικισμός και έθνος-κράτος – και τι η Εκκλησία.

Ο όρος έθνος είναι γνωστός και τον χρησιμοποιούμε πολύ συχνά. Αν προσπαθήσουμε, όμως, να τον ορίσουμε θα διαπιστώσουμε ότι είναι δύσκολο εγχείρημα. Κατ’ αρχάς, στις ευρωπαϊκές γλώσσες ο όρος προέρχεται από το λατινικό nascere που δηλώνει τη γέννηση. Άρα και ένα απλό λεξικό ορίζει το έθνος ως ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα, όπως, κυρίως, η καταγωγή – που σχετίζεται με τη γέννηση ενός ανθρώπου (Έλληνας γεννιέσαι δεν γίνεσαι, κατά το πρόσφατο σύνθημα πολιτικού κόμματος) – η θρησκεία, ο πολιτισμός, η ιστορία, η γεωγραφία ή η γλώσσα. Όμως αν τα εξετάσουμε ένα-ένα θα δούμε ότι δημιουργούν δυσκολίες. Για παράδειγμα, η καταγωγή δεν μπορεί να οριστεί. Κανείς δεν ξέρει από πού καταγόμαστε φυλετικά, αφού οι περιοχές στις οποίες κατοικούμε έχουν κατοικηθεί από διάφορους λαούς στις διάφορες ιστορικές περιόδους. Αυτό βγάζει απ’ έξω και την κοινή ιστορία. Ανάλογα με την όποια καταγωγή μας έχουμε και διαφορετική ιστορία. Ούτε η θρησκεία μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο που ορίζει ένα έθνος αφού υπάρχουν έθνη, όπως, για παράδειγμα, οι Αλβανοί, που ασπάζονται τέσσερις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά θεωρούν τους εαυτούς τους έθνος. Η γεωγραφία δεν είναι κοινό στοιχείο, αφού οι Ισραηλίτες, για παράδειγμα, πάντοτε θεωρούσαν τους εαυτούς τους ένα έθνος, παρά το γεγονός ότι μέχρι το 1948 κατοικούσαν ταυτόχρονα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Το ισχυρότερο κοινό στοιχείο ενός έθνους θεωρείται η γλώσσα που ορίζει ουσιαστικά και τον κοινό πολιτισμό. Υπάρχουν, όμως, λαοί οι οποίοι δεν έχουν κοινή γλώσσα και, άρα, ούτε κοινό πολιτισμό. Δεν χρειάζεται μάλιστα να ανατρέξουμε στα αφύσικα έθνη της Αφρικής για να βρούμε τέτοια παραδείγματα. Εδώ, στη γηραιά Ευρώπη, οι Ελβετοί δεν μιλούν ελβετικά, αφού τέτοια γλώσσα δεν υφίσταται. Οι περισσότεροι μιλούν γερμανικά (όπως στην πρωτεύουσα Βέρνη ή τη Ζυρίχη), επειδή η χώρα τους, στο μεγαλύτερο τμήμα της, συνορεύει με γερμανόφωνες χώρες, τη Γερμανία και την Αυστρία. Κάποιοι μιλούν γαλλικά, όπου η χώρα συνορεύει με τη Γαλλία (π.  χ. Γενεύη), ενώ άλλοι μιλούν ιταλικά (π. χ. Μπελιντζόνα). Μόνο ένα ποσοστό 0,5 % του πληθυσμού μιλά τα ραιτορομανικά, μια λατινογενή γλώσσα που ομοιάζει με τα γαλλικά και μιλιέται σε ένα μόνο καντόνι της κεντρικής Ελβετίας. Καμία βέβαια από τις γλώσσες αυτές δεν θεωρείται «ελβετική». Αδιέξοδο λοιπόν; Δεν μπορούμε να ορίσουμε τι είναι έθνος; Είναι χαρακτηριστικό ότι σύγχρονες θεωρίες από τον χώρο της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και των πολιτικών επιστημών υποστήριξαν τη θέση ότι έθνη, πολύ απλά, δεν υπάρχουν και αποτελούν απλώς επινόηση ορισμένων διανοουμένων του 19ου αι. Οι επιστήμονες αυτοί συνόψισαν τη θεωρία τους στη φράση «οι εθνικισμοί και τα έθνη-κράτη γέννησαν τα έθνη και όχι το αντίστροφο».

Το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι προσπαθούμε να δούμε τα έθνη από μέσα. Να δούμε ποια είναι τα κοινά τους χαρακτηριστικά, ώστε να δώσουμε έναν ορισμό. Αφού αποτύχαμε πάει να πει πως έθνη δεν υπάρχουν. Μπορούμε, όμως, να κοιτάξουμε τα έθνη απ’ έξω, σαν να έχουμε μπροστά μας ένα παζλ και να παρατηρούμε τα διαφορετικά του κομμάτια. Τότε διαπιστώνουμε ότι τα έθνη δημιουργούνται καθώς οι διάφοροι λαοί έρχονται σε επαφή με άλλους λαούς. Κατανοούν έτσι τη διαφορετικότητά τους και προσπαθούν να την προσδιορίσουν. Άρα, δεν είναι δυνατό να προσδιορίσουμε ένα έθνος από τα χαρακτηριστικά του, αλλά από την πεποίθηση των μελών του έθνους ότι ανήκουν σε αυτό. Αυτό αρκεί. Οι αρχαίοι Έλληνες για παράδειγμα πίστευαν ότι, παρά τις διαφορετικές πόλεις-κράτη στις οποίες κατοικούσαν, ανήκαν σε ένα κοινό έθνος. Το βασικό χαρακτηριστικό του το εντόπισαν όταν ήρθαν σε επαφή με τους Πέρσες εισβολείς: ήταν ελεύθεροι, ενώ οι Πέρσες ήταν δούλοι του βασιλιά τους. Άρα εδώ μπαίνει και ένα δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό: η ελευθερία. Για να πιστεύουν οι άνθρωποι ότι ανήκουν σε κάτι πρέπει να είναι ελεύθεροι. Από εκεί και πέρα, ένα έθνος μπορεί μόνο του να κτίζει τον πολιτισμό του και από αυτόν να προκύπτουν τα κοινά χαρακτηριστικά του, όπως η γλώσσα του και κυρίως οι παραδόσεις του, οι οποίες μεταβάλλονται σε κάθε εποχή, αλλά πάντοτε χαρακτηρίζουν ένα έθνος. Γι’ αυτό ο όρος έθνος στα ελληνικά δεν έχει σχέση με τη γέννηση και την καταγωγή, αλλά με τον όρο έθος, δηλαδή τη συνήθεια.  Ένας σύγχρονος Έλληνας διανοούμενος όρισε το έθνος ως δομή παραδόσεων, ως ένα κτήριο δηλαδή που κάθε του όροφος είναι μια παράδοση. Κεντρική παράδοση είναι πάντα η θρησκευτική του παράδοση, η θρησκεία του δηλαδή. Τα έθνη, με την έννοια αυτή, δημιουργούνται γύρω από τη θρησκεία τους. Αυτό δεν σημαίνει πως η θρησκευτική παράδοση δεν μπορεί να αλλάξει ή μένει πάντα σταθερή. Για παράδειγμα, το ελληνικό έθνος ήταν παγανιστικό-ειδωλολατρικό, ενώ αργότερα άλλαξε τη θρησκευτική του παράδοση, καθώς ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Κεντρική παράδοση του σημερινού ελληνικού έθνους, λοιπόν, είναι ο Χριστιανισμός και μάλιστα η Ορθοδοξία. Με βάση τον τρόπο που προτείνουμε εδώ, τα έθνη όχι μόνο υπάρχουν, αλλά είναι και αρχαία και μεταβάλλονται συνεχώς – όπως όλοι οι άνθρωποι αλλάζουμε στη ζωή μας – ή μπορεί τα έθνη να είναι νεότερα ή να συνεχίζουν να εμφανίζονται ή και να εξαφανίζονται, όπως έχει συχνά συμβεί στην ιστορία. Άρα το ότι σήμερα εμείς έχουμε πολλές διαφορές με τους αρχαίους Έλληνες δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε Έλληνες, αλλά ότι, στην ιστορική μας πορεία, αλλάξαμε και συνεχίζουμε να αλλάζουμε. Όταν, μάλιστα, σταματήσουμε να αλλάζουμε θα απομονωθούμε και μοιραία θα εξαφανιστούμε. Πατριωτισμός, λοιπόν, είναι η αγάπη που έχουμε για το έθνος στο οποίο ανήκουμε και για τη γη στην οποία ζούμε. Η αγάπη αυτή, ως αγάπη, είναι για την Εκκλησία θετικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου.

Για να πάμε πίσω στο βασικό μας ερώτημα: η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης που καταδίκασε τον φυλετισμό, δεν καταδίκασε τα έθνη, γιατί αυτά είναι αρχαίες πραγματικότητες με τις οποίες η Εκκλησία πάντοτε συνυπήρχε και συμπορευόταν. Η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξη, πάντοτε σεβάστηκε τα έθνη και τις ιδιαιτερότητές τους. Άρα ούτε ο πατριωτισμός είναι αυτό που η Εκκλησία καταδίκασε το 1872. Αλλά τότε τι ήταν αυτό που ενόχλησε τη σύνοδο ώστε να καταδικάσει τον φυλετισμό;

3. Τι είναι εθνικισμός και τι είναι έθνος-κράτος

Από τον 16ο αι. περίπου, όταν εμφανίστηκε ο Προτεσταντισμός, εμφανίστηκε και ένα φαινόμενο που ονομάστηκε εθνικισμός. Ο εθνικισμός μπορεί να οριστεί ως μια ιδεολογία ή ένα κίνημα που απαιτούσε ένα κράτος για κάθε έθνος. Άρα έθνη υπήρχαν. Για κάποιους ιδιαίτερους, όμως, ιστορικούς λόγους που εμφανίστηκαν στη δυτική Ευρώπη και όχι σε εμάς εδώ, οι λαοί άρχισαν να επιθυμούν την κατάλυση των μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών στις οποίες ζούσαν και τη δημιουργία νέων κρατών που ονομάστηκαν έθνη-κράτη. Ένα κράτος για κάθε έθνος, λοιπόν. Σταδιακά και, λόγω κοσμοϊστορικών γεγονότων που δεν μπορούμε να περιγράψουμε εδώ, η ιδέα αυτή πέρασε και στις δικές μας περιοχές στα Ορθόδοξα Βαλκάνια. Είναι αυτή ακριβώς η ιδέα που ήλθε σε σύγκρουση με την Εκκλησία. Πάλι, όμως, εδώ γεννάται το ερώτημα: γιατί η Εκκλησία είχε πρόβλημα αν τα έθνη επιθυμούσαν να έχουν το καθένα το δικό του κράτος; Και σήμερα που εμείς οι Έλληνες έχουμε το κράτος μας, η Εκκλησία τι πρόβλημα έχει; Πολύ απλά, κανένα. Αν υποθέσουμε ότι όλοι οι λαοί συνεργάζονταν ειρηνικά και αποφάσιζαν να δημιουργήσουν τα έθνη-κράτη τους, η Εκκλησία δεν θα είχε την παραμικρή αντίρρηση. Το πρόβλημα για την Εκκλησία γεννάται από τη λέξη που είδαμε να υπογραμμίζει την απόφαση της συνόδου της Κωνσταντινούπολης: αποκλειστικότητα. Κάθε έθνος που επιθυμούσε το δικό του κράτος, το έκανε πολεμώντας τα γειτονικά του έθνη, γιατί πίστευε στην ανωτερότητα του δικού του έθνους έναντι των άλλων. Εκεί είναι που η Εκκλησία έχει το πρόβλημα. Αν διαβάσουμε τον αρχαίο φιλόσοφο Ηράκλειτο θα μας πει ότι ο πόλεμος πατήρ πάντων. Άρα η όποια αλλαγή γίνεται μοιραία με πόλεμο. Ο Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ μάλιστα πίστευε ότι με τον πόλεμο τα έθνη δείχνουν τη ζωτικότητά τους, τη θέλησή τους για ζωή. Ακόμα και αν είναι έτσι, η Εκκλησία που «ευαγγελίζεται πάσιν ειρήνην» δεν μπορεί να συμφωνεί, ούτε να ευλογεί τους πολέμους, ούτε τους εθνικούς ανταγωνισμούς και τις αποκλειστικότητες. Για να απαντήσουμε, όμως, γιατί η Εκκλησία αντιδρά στους εθνικισμούς και τις εθνικές αποκλειστικότητες πρέπει να δούμε τι είναι η Εκκλησία.

4. Η Εκκλησία ως η Βασιλεία του Θεού, στα πλαίσια της οποίας ξεπερνιόνται τα έθνη και απορρίπτονται οι εθνικισμοί

Εκκλησία είναι η Βασιλεία του Θεού, την οποία ο Χριστός εγκαθίδρυσε στον κόσμο Του. Είναι δηλαδή ο χώρος, η πραγματικότητα, στα πλαίσια της οποίας ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό. Η Βασιλεία του Θεού είναι μια παράδοξη έννοια, γιατί συνδυάζει δυο φαινομενικά αντιφατικά μεταξύ τους χαρακτηριστικά: είναι πραγματικότητα την οποία τώρα όλοι μπορούμε να βιώνουμε, αλλά και στόχος τον οποίο πρέπει να επιτύχουμε. Η Βασιλεία του Θεού, για να χρησιμοποιήσουμε το Ευαγγέλιο, είναι μέσα μας «εντός ημών» (Λουκ. 17, 21), αλλά όχι από αυτόν τον κόσμο μας «εκ του κόσμου τούτου» (Ιω. 18, 36). Όταν βαπτιζόμαστε, μέσω του αναδόχου μας, αποκηρύττουμε αυτόν τον κόσμο, τη ματαιοδοξία του και τη ματαιότητά του και συντασσόμαστε με τον Χριστό. Από πολίτες αυτού του κόσμου γινόμαστε έτσι πολίτες της Βασιλείας του (Εβρ. 11, 10 και 13, 14).

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θέλουμε να αποδράσουμε από τον κόσμο αυτό για να ζήσουμε σε έναν άλλο, σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε έναν κόσμο φανταστικό και ανύπαρκτο. Η Βασιλεία του Θεού είναι πραγματικότητα. Αυτή η πραγματικότητα που ζούμε μέσα στην Εκκλησία όταν προσευχόμαστε όλοι μαζί, όταν όλοι μαζί ακούμε τον λόγο του Θεού και όλοι μαζί μετέχουμε στη Θεία Κοινωνία. Αλλά και προσδοκούμε να φθάσουμε σε ένα έσχατο τέλος, στην ανάσταση των νεκρών και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος, όπως ομολογούμε στο σύμβολο της πίστης μας, άρα περιμένουμε την ολοκλήρωση της Βασιλείας του Θεού, εκεί όπου αυτός ο κόσμος δεν θα υπάρχει και θα υπάρχει μόνο η Βασιλεία Του: «ινα ει ο Θεός τα πάντα εν πάσι». Βασισμένη σε αυτή την πραγματικότητα και σε αυτή την προοπτική, η αρχαία Εκκλησία εκφράστηκε πάνω στο ζήτημα της σχέσης της με τα κράτη και τις πατρίδες αυτού του κόσμου. Σε ένα ανυπόγραφο αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο, την προς Διόγνητον επιστολή, διαβάζουμε ότι οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους. Δεν κατοικούν σε ιδιαίτερες περιοχές, ούτε μιλούν τη δική τους γλώσσα, ούτε έχουν δικές τους κοσμικές συνήθειες. Παρόλα αυτά, ενώ κατοικούν σε πόλεις είτε ελληνικές είτε ξένες και ακολουθούν τα τοπικά έθιμα στην ενδυμασία και τη διατροφή και τις άλλες υποθέσεις της ζωής, η πολιτεία τους είναι διαφορετική και θαυμαστή. Κατοικούν στις πατρίδες τους, αλλά ως περαστικοί και όχι ως μόνιμοι κάτοικοι. Μοιράζονται τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους συμπολίτες τους, αλλά υποφέρουν κάθε δοκιμασία σαν να ήταν ξένοι. Για τους Χριστιανούς κάθε πατρίδα είναι ξένη και κάθε ξένη γη είναι πατρίδα τους (προς Διόγνητον 5, 1-5).

Με αυτή τη λογική, μέσα στη νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα, που ο Χριστός έφερε στον κόσμο, δεν υπάρχει, κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου, ούτε Ιουδαίος ούτε Έλληνας (Γαλ. 3, 28), αλλά μόνο οι πιστοί του Χριστού που αποτελούν, κατά τον απόστολο Πέτρο, εκλεκτό γένος, άγιο έθνος, τον λαό του Θεού (Α΄ Πετ. 2, 9). Οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης θεωρούσαν ότι υπήρχαν δύο έθνη, οι Ιουδαίοι και οι Έλληνες. Με την Εκκλησία του Χριστού η Εκκλησία αποτελεί το «τρίτο έθνος», τον μόνο λαό του Θεού. Οι εθνικές και γλωσσικές διαφορές αποτελούν πραγματικότητες της πεσμένης από τον Παράδεισο ανθρώπινης φύσης μας, όπως μας θυμίζει η ιστορία του πύργου της Βαβέλ (Γέν. 11, 5-9), όπου ο Θεός «διεμέριζεν έθνη» συγχέοντας τις ομιλούμενες γλώσσες των ανθρώπων. Άρα η φυσική κατάσταση των ανθρώπων δεν είναι η διαίρεση, αλλά η ενότητα. Είναι ακριβώς η ενότητα αυτή που αποκαταστάθηκε στην Πεντηκοστή, όταν το Άγιο Πνεύμα ένωσε τους Αποστόλους και το κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου γινόταν κατανοητό στη γλώσσα καθενός από τους ακροατές του (Πράξ. 2, 4-41).

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι γλωσσικές, εθνικές και λοιπές διαφορές ξεπερνιόνται μέσα στην Εκκλησία, όπου όλοι οι πιστοί ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής ενωνόμαστε στο σώμα του Χριστού. Ανήκουμε σε διάφορα έθνη, μιλάμε διαφορετικές γλώσσες, δεν μπορούμε να υπάρχουμε διαφορετικά, αλλά είμαστε όλοι παιδιά του Χριστού και συγκληρονόμοι της Βασιλείας Του. Μπορεί, λοιπόν, η Εκκλησία να μην έχει πρόβλημα με τις διαφορές των εθνών, των παραδόσεων και των γλωσσών, γιατί στον παρόντα ατελή κόσμο μας έτσι υπάρχουμε, αλλά σκοπός της είναι όχι να καταπιέζει και να σβήνει τις διαφορές – πολύ απλά, αυτό δεν γίνεται – αλλά να τις υπερβαίνει και να καλεί σε ενότητα όλους τους ανθρώπους, αφού όλοι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα του Θεού και όλοι οι άνθρωποι σώθηκαν από το απολυτρωτικό έργο του Χριστού.

Αν όμως η Εκκλησία ξεπερνά τις εθνικές και άλλες διαφορές, αρνείται πλήρως και αναφανδόν απορρίπτει τους εθνικισμούς και τις εθνικές αποκλειστικότητες, γιατί δημιουργούν διαιρέσεις και συγκρούσεις μέσα στην Εκκλησία, διαιρέσεις και συγκρούσεις που, δυστυχώς, δεν λείπουν. Σήμερα τα διάφορα έθνη ζουν και υπάρχουν σε διαφορετικά έθνη-κράτη. Άλλοτε συνυπάρχουν ειρηνικά και άλλοτε μπαίνουν σε τροχιά σύγκρουσης και πολέμου, προσπαθώντας το ένα να εξοντώσει το άλλο. Ποιος, λοιπόν, πρέπει να είναι ο τρόπος που οι Χριστιανοί οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα έθνη-κράτη και τις κοσμικές εξουσίες; Η χριστιανική στάση, όπως προκύπτει από την Καινή Διαθήκη, εμφανίζεται αντιφατική ή μάλλον αντινομική. Δύο τρόποι αντιμετώπισης του ζητήματος εμφανίστηκαν ταυτόχρονα: ο ένας τρόπος είναι κεντρομόλος, για να δανειστούμε όρους τις Φυσικής, και ο άλλος τρόπος κεντρόφυγος. Ο ένας συγκλίνει και ο άλλος αποκλίνει από τις εξουσίες του κόσμου αυτού. Με κεντρόφυγο τρόπο, οι Χριστιανοί δεν έχουν εδώ τη μόνιμη πόλη της κατοικίας τους, αλλά προσδοκούν τον μέλλοντα κόσμο της Βασιλείας του Θεού «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου (Εβρ. 13, 14). Οι Χριστιανοί, λοιπόν, οφείλουν, κατά τον ίδιο απόστολο, να πειθαρχούν στον Θεό και όχι στους ανθρώπους «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5, 29). Αν λάβουμε υπόψη μας τις παραπάνω φράσεις του αποστόλου Παύλου, οι Χριστιανοί πρέπει πράγματι να αντιτίθενται στις εθνικές και όποιες άλλες ανθρώπινες διαιρέσεις και να είναι αδιάφοροι ή και ανυπάκουοι έναντι των κοσμικών εξουσιών, καθώς ανήκουν στη Βασιλεία του Θεού που δεν ανήκει στον κόσμο αυτό «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

Ωστόσο, οι παραπάνω θέσεις του αποστόλου Παύλου πρέπει να συνδεθούν με κάποιες τελείως διαφορετικές θέσεις του. Έτσι, με τρόπο κεντρομόλο, οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν κάθε κοσμική εξουσία ως δοσμένη από τον Θεό με σκοπό να περιφρουρεί την τάξη και να προστατεύει τους ανθρώπους από το κακό (Ρωμ. 13, 1-7). Πάλι, αν πάρουμε κατά λέξη το χωρίο αυτό, οι Χριστιανοί πρέπει να υποτάσσονται άνευ όρων στις κοσμικές εξουσίες. Αυτό δεν είναι αληθές. Πρέπει να συνδυάσουμε και τα δύο σε μία λογική γραμμή. Άρα οι Χριστιανοί ενεργούμε ταυτόχρονα κεντρόφυγα και κεντρομόλα: να αποδίδετε στον βασιλιά, λέει ο Χριστός, ό,τι ανήκει στον βασιλιά και στον Θεό ό,τι ανήκει στον Θεό (Ματθ. 22, 21). Όταν όμως ο κοσμικός άρχοντας ζητά από τους πιστούς ό,τι ανήκει στον Θεό, τότε οι άνθρωποι πειθαρχούν στον Θεό και όχι στον κοσμικό άρχοντα, προς τον οποίο δεν οφείλουν πια καμία υπακοή.

Άρα, για να επιστρέψουμε στο αρχικό μας ερώτημα: η σύνοδος της Κωνσταντινούπολης αντέδρασε στην υπόθεση των Βουλγάρων Ορθοδόξων, επειδή πλέον θεωρούσε ότι η ενότητά της θιγόταν από τις αποκλειστικότητες των εθνικισμών. Δεν καταφερόταν εναντίον του βουλγαρικού έθνους, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της Εκκλησίας, αφού οι εθνικές διαφορές ξεπερνιόνται μέσα στην Εκκλησία. Οι εθνικισμοί, όμως, οι εθνικές αποκλειστικότητες και οι απαιτήσεις των εθνικών ηγετών θίγουν την ενότητα της Εκκλησίας. Ζητούν από την Εκκλησία να παραμερίσει την ενότητά της και να γίνει έρμαιο των εθνικών συγκρούσεων και των πολέμων. Δυστυχώς, αυτό τελικώς συνέβη. Διάφορες Ορθόδοξες Εκκλησίες αντάλλαξαν μεταξύ τους αναθέματα και καταδίκες, επειδή τα έθνη τους ενεπλάκησαν σε πολέμους. Η σύνοδος, παρότι είχε προβλέψει το μέλλον, δεν μπόρεσε να το αποφύγει ούτε να ελέγξει τις εξελίξεις. Οι εθνικισμοί υπέταξαν την Εκκλησία, την κατέστησαν όργανό τους με διάφορους τρόπους, ώστε η Εκκλησία παγιδεύτηκε σε πραγματικότητες που αντιτίθενται στην ουσία της (ο εκλεκτός λαός, ο παγανισμός του εθνικισμού). Δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε τους τρόπους αυτούς. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία πρέπει να συμβιβάζεται. Και εμείς ως μέλη της Εκκλησίας οφείλουμε να καταλάβουμε ότι δεν είναι η Εκκλησία ένα εθνικό μας χαρακτηριστικό, όπως η γλώσσα μας, ο πολιτισμός μας ή οτιδήποτε άλλο, αλλά είναι η μεγάλη κιβωτός, το σώμα του Χριστού, το οποίο αγκαλιάζει όλον τον κόσμο χωρίς εξαίρεση.

 

Λάμπρος Ψωμάς

Θεολόγος-Ιστορικός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *