Ισλάμ και Ισλαμισμός: Έννοιες ταυτόσημες ή διακρινόμενες; Επίλυση παρανοήσεων με τη βοήθεια των επιστημών της Ιστορίας και της Θρησκειολογίας

Ισλάμ και Ισλαμισμός: Έννοιες ταυτόσημες ή διακρινόμενες; Επίλυση παρανοήσεων με τη βοήθεια των επιστημών της Ιστορίας και της Θρησκειολογίας

Παρακολουθώντας συχνά τις ειδήσεις στην τηλεόραση ή τα άρθρα των εφημερίδων σχετικά με τα σύγχρονα φαινόμενα της τρομοκρατίας ή και της μετανάστευσης, διαπιστώνει κανείς την εναλλακτική χρήση των όρων Ισλάμ και Ισλαμισμός. Η θρησκεία αποκαλείται συχνά Ισλαμισμός και οι οπαδοί της Ισλαμιστές. Κάποιοι αρθρογράφοι χρησιμοποιούν τους όρους ορθά, αλλά καθώς δεν τους διακρίνουν, δεν γίνονται κατανοητοί από τους αναγνώστες τους. Συζητώντας με φίλους ή και τους μαθητές στην τάξη διαπίστωσα ότι τους φαίνεται λογικό να αποκαλέσουν ένα, για παράδειγμα, Πακιστανό Ισλαμιστή, επειδή ακολουθεί την ισλαμική θρησκεία. Δεν θεωρούσα ότι μια τέτοια παρεξήγηση είναι δυνατό να υπάρχει σε επιστημονικά κείμενα. Έτσι, αιφνιδιάστηκα όταν ξεφυλλίζοντας το Λεξικό των Θρησκειών των Ελιάντε και Κουλιάνο έπεσα πάνω στο λήμμα Ισλαμισμός το οποίο ανέλυε τη θρησκεία του Ισλάμ. Έκπληκτος κατέφυγα στο γαλλικό πρωτότυπο του έργου απορώντας πώς ένας πρωτοπόρος της μελέτης των θρησκειών και βαθύς γνώστης τους, όπως ο Ρουμάνος Μίρσεα Ελιάντε, υπέπιπτε σε ένα τόσο εξωφρενικό σφάλμα. Με ικανοποίηση όμως διαπίστωσα ότι το πρωτότυπο είχε το λήμμα Ισλάμ και όχι Ισλαμισμός. Επρόκειτο, λοιπόν, για λάθος του Έλληνα μεταφραστή που χρησιμοποίησε, ως μη όφειλε, τους όρους ως συνώνυμους. Τους όρους χωρίζει σημαντική διαφορά.

Ο όρος Ισλάμ αναφέρεται στη θρησκεία γενικά. Ο όρος Ισλαμισμός αναφέρεται σε ένα πολιτικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό κίνημα. Είναι ένα κίνημα ακραίων Μουσουλμάνων. Εμφανίστηκε βέβαια στους κόλπους του Ισλάμ, αλλά δεν το καλύπτει, αφού ένας πολύ σημαντικός αριθμός Μουσουλμάνων δεν το ακολουθεί. Μέσα στους κόλπους του Ισλαμισμού εμφανίστηκε και ο Τζιχαντισμός που στα ελληνικά θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ως Ιεροπολεμισμό. Το κίνημα αυτό διεκδικεί την εφαρμογή του Ισλαμικού Νόμου ως νόμου του κράτους με βίαια μέσα απορρίπτοντας κάθε ειρηνική διεκδίκηση ως ουτοπική. Άρα οι Τζιχαντιστές είναι ένα τμήμα των Ισλαμιστών. Με αυτή την έννοια ένας Ισλαμιστής είναι ασφαλώς Μουσουλμάνος, αλλά ένας Μουσουλμάνος δεν είναι κατ’ ανάγκην Ισλαμιστής. Αντίστοιχα και ένας Τζιχαντιστής είναι οπωσδήποτε Ισλαμιστής, αλλά ένας Ισλαμιστής δεν είναι κατ’ ανάγκην Τζιχαντιστής. Ο τελευταίος απορρίπτει πλήρως τη δημοκρατία ως έννοια, όπως και κάθε θεμελιώδη αρχή της. Αντίθετα, οι υπόλοιποι Ισλαμιστές καταφεύγουν συχνά στη δημοκρατία και τις αρχές της. Στις παραγράφους που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις διαφορές αυτές.

 

Ισλάμ

Η ρίζα της αραβικής γλώσσας σλμ (ασλαμα) παράγει μια σειρά από έννοιες μεταξύ των οποίων είναι η λέξη ισλάμ που είναι ουσιαστικό και σημαίνει υποταγή, δηλώνει δε την εθελοντική υποταγή κάποιου στον Θεό. Ο όρος μουσλίμ παράγεται από την ίδια ρίζα, είναι ενεργητική μετοχή που στα ελληνικά μπορεί να μεταφραστεί μόνο με την παθητική μετοχή υποτασσόμενος. Αυτό σημαίνει ότι ο υποτασσόμενος εδώ είναι ο πιστός που υποτάσσεται στον Θεό εθελοντικά, επειδή αυτή είναι η επιθυμία και η επιλογή του. Ο πρώτος όρος Ισλάμ δηλώνει τη θρησκεία. Ο δεύτερος όρος μουσλίμ δηλώνει τον πιστό της θρησκείας αυτής, από τον οποίο παράγουμε τον εξελληνισμένο όρο Μουσουλμάνος. Παλαιότερα χρησιμοποιούσαμε στην Ελλάδα αρκετά και τον όρο Μωαμεθανός για να δηλώσουμε τον οπαδό του Μωάμεθ.

Ο Μωάμεθ είναι ο ιδρυτής της θρησκείας και έζησε περίπου από το 570 ως το 632 μ. Χ. κυρίως στη δυτική χερσόνησο της Αραβίας, μεταξύ των πόλεων Μέκκα και Μεδίνα στη σημερινή Σαουδική Αραβία (την Αραβία των Σαούντ, της βασιλικής δυναστείας που κυβερνά τη χώρα). Για το Ισλάμ ο Μωάμεθ είναι ένας προφήτης (ρασούλ) του ενός και μόνου Θεού (Αλλάχ) σε μια σειρά προφητών της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης από τον Αβραάμ και τον Ισαάκ ως τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και τον Χριστό. Η θέση του Μωάμεθ, ωστόσο, στη συνείδηση των Μουσουλμάνων είναι τέτοια ώστε επισκιάζει όλους τους προ αυτού προφήτες, καθώς μόνο αυτός δέχθηκε την τελειωτική αποκάλυψη του Θεού, διά του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Επομένως, ο Μωάμεθ δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος, αλλά και ο τελευταίος όλων των προφητών. Όταν ο Μουσουλμάνος ομολογεί την πίστη του δεν το κάνει με ένα σχετικά μακρύ κείμενο, με σημαντικό θεολογικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο και μεγάλη ιστορία, όπως το χριστιανικό Πιστεύω, αλλά με μια εξαιρετικά σύντομη φράση: «Ένας ο Θεός και προφήτης του ο Μωάμεθ». Όταν ο Μουσουλμάνος προσεύχεται δεν έχει να πει πολλά πράγματα, παρά μόνο τη φράση αυτή.

Η εξαιρετική αυτή θέση του Μωάμεθ στο Ισλάμ οδήγησε και στην απλή σκέψη, ήδη προφανή από την εποχή του ιδρυτή, ότι εφόσον ο Θεός αποκάλυψε τα πάντα στον προφήτη Του, ο τελευταίος είναι απεσταλμένος του Πρώτου και συγκεντρώνει στα χέρια του κάθε εξουσία. Διαχωρισμός θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας στο Ισλάμ δεν έχει νόημα. Η φράση του Χριστού «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» είναι τελείως ξένη στο Ισλάμ. Όταν ο προφήτης αναλήφθηκε στους Ουρανούς – σύμφωνα με την αντίληψη του Ισλάμ από την ιερή πόλη Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκεται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα ισλαμικά τεμένη παγκοσμίως, το τέμενος του Ομάρ – άφησε ως διάδοχό του έναν τοποτηρητή – χαλίφη. Αυτός συγκέντρωσε στα χέρια του όλες τις εξουσίες, πολιτικές και θρησκευτικές. Ήταν ταυτόχρονα πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης.

Κατά την εποχή των χαλιφών άρχισε να διαμορφώνεται και ο Νόμος, ο οποίος είναι ρυθμιστικός του τρόπου ζωής των Μουσουλμάνων (Σαρία). Ο Ισλαμικός Νόμος θεωρείται Θείος και αφορά κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, πολιτική, κοινωνική, ιδιωτική, θρησκευτική κ.λπ. Βέβαια δεν πρόκειται για μια σειρά σαφών διατάξεων, γιατί υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες (φιγκχ) των διατάξεων, έχουν διαμορφωθεί διαφορετικές σχολές ερμηνείας, πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενες, και κάθε ισλαμική παραφυάδα έχει τις δικές της ερμηνευτικές σχολές.

Δύο σημαντικά προβλήματα προέκυψαν για το Ισλάμ. Το πρώτο σχετίζεται με τη δημιουργία πολλών διαφορετικών κλάδων. Κυριότερη διαίρεση είναι αυτή των Σουνιτών και των Σιητών. Οι πρώτοι θεωρούνται οι «ορθόδοξοι» Μουσουλμάνοι και είναι οι πολυπληθέστεροι με κέντρο τις αραβικές χώρες και την Τουρκία, ενώ οι δεύτεροι κυριαρχούν στο Ιράν. Ο σύγχρονος πολιτικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν δεν είναι ξένος με την αρχική αυτή διαίρεση. Πάντως και οι δύο κλάδοι του Ισλάμ δεν κάνουν θεωρητικά διάκριση μεταξύ πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας.

Το δεύτερο σημαντικό πρόβλημα είναι ότι εξέλιπαν τόσο οι χαλίφες, για τους Σουνίτες, όσο και οι ιμάμηδες, περίπου το αντίστοιχο των χαλιφών για τους Σιήτες. Το ιστορικό αυτό πρόβλημα χρειάζεται ειδική ανάλυση για να εξηγηθεί. Σημασία όμως έχει ότι στο σύγχρονο Ισλάμ δεν υπάρχει πρόσωπο που να συγκεντρώνει στα χέρια του όλες τις εξουσίες ως τοποτηρητής του προφήτη Μωάμεθ. Από αυτό το γεγονός προκύπτει και ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα. Αν δεχθούμε τη βασική αρχή της μη διάκρισης πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, ποιο πρόσωπο συγκεντρώνει τις εξουσίες αυτές σήμερα; Άλλοι Μουσουλμάνοι δίνουν την απάντηση ότι εφόσον τέτοιο πρόσωπο δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει πρέπει πλέον να γίνει η διάκριση αυτή. Υπάρχουν όμως άλλοι Μουσουλμάνοι που πιστεύουν ότι η διάκριση είναι μη ισλαμική, άσχετη με την παράδοσή τους, δυτική μεταρρύθμιση και πρέπει να απορριφθεί. Αυτή η δεύτερη κατηγορία Μουσουλμάνων είναι αυτή που μας ενδιαφέρει εδώ περισσότερο.

 

Ισλαμισμός

Η δεύτερη αυτή κατηγορία Μουσουλμάνων διαμορφώθηκε ιστορικά σταδιακά πάνω στον τρόπο με τον οποίο κατανόησε το Ισλάμ. Γι’ αυτούς, το Ισλάμ έχει ως σκοπό την εξάπλωση σε ολόκληρο τον κόσμο με οποιοδήποτε μέσο, βίαιο ή μη. Αυτή η σχολή σκέψης – και όχι ολόκληρο το Ισλάμ – αποκαλείται Ισλαμισμός. Οι σχετικές αντιλήψεις ανάγονται στον 9ο αι. και στον Άχμαντ ιμπν Χανμπάλ, ένα νομομαθή θεολόγο, ο οποίος δημιούργησε την αυστηρή σχολή σκέψης – Χανμπάλι Ισλάμ -που ακολούθησαν και κατέστησαν ακόμα πιο αυστηρή μεταγενέστεροι μεταρρυθμιστές όπως ο Μοχάμαντ ιμπν Γαζάλι (π.1058-1111) – ο οποίος θεωρείται ο πρώτος Μουσουλμάνος που ασχολήθηκε με το θέμα της απόρριψης της κοσμικής φιλοσοφίας και της επιστήμης – και ο Μοχάμαντ αμπντ αλ Γουάχαμπ (1703-1792). Ο τελευταίος αποτέλεσε, με τη σειρά του, ιδρυτή της σχολής των Γουάχαμπι που ανθεί μέχρι σήμερα στη Σαουδική Αραβία. Σε αυτή τη σχολή σκέψης ο Ισλαμικός Νόμος ως η βάση για ένα τρόπο ζωής σύμφωνο με τις αρχές του Κορανίου, του ιερού βιβλίου της αποκάλυψης του Θεού στον προφήτη Μωάμεθ, έχει απόλυτη θέση. Ίσως έχει εδώ αξία να υπογραμμίσουμε ότι αυτές οι αυστηρές σχολές σκέψης που σήμερα ονομάζουμε Ισλαμισμό εμφανίστηκαν σε διάφορες ιστορικές περιόδους, κατά τις οποίες το Ισλάμ διερχόταν ισχυρές κρίσεις, όπως ήταν η σύγκρουση μεταξύ Ομμεϋαδών και Αβασιδών χαλιφών, η πτώση του σουνιτικού χαλιφάτου της Βαγδάτης στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων, οι Σταυροφορίες – ο όρος προκαλεί ακόμα και σήμερα ισχυρές αρνητικές αντιδράσεις μεταξύ των Μουσουλμάνων – η ανάδυση της ισχύος των ευρωπαϊκών δυνάμεων και, τέλος, η αποικιοκρατία.

Πράγματι, η αποικιοκρατία ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά των Μουσουλμάνων. Η προηγουμένως πανίσχυρη Οθωμανική αυτοκρατορία που κατόρθωσε να ενοποιήσει σχεδόν ολόκληρο τον σουνιτικό κόσμο ως τον 16ο αι. έφθασε τον 19ο αι. σε μια άνευ προηγουμένου παρακμή. Τοπικοί διοικητές πασάδες επαναστατούσαν και απέκοπταν από την αυτοκρατορία διάφορα τμήματα, οι βαλκανικοί χριστιανικοί λαοί έφτιαχναν – με τη βοήθεια και ευρωπαϊκών δυνάμεων – τα δικά τους εθνικά κράτη και ροκάνιζαν εδαφικά την αυτοκρατορία, ενώ η οικονομική της κατάσταση, παρά τις προσπάθειες μεταρρυθμιστών σουλτάνων, βυθιζόταν σταδιακά στο χάος. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, οι μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής, θεώρησαν υποχρέωσή τους να αποσπάσουν από την παρηκμασμένη αυτοκρατορία τα εδάφη εκείνα που τους εξυπηρετούσαν. Οι Γάλλοι επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην Αλγερία και, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη Συρία και στον Λίβανο. Οι Άγγλοι ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα για την Αίγυπτο και το Σουδάν και, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Παλαιστίνη, την Ιορδανία, το Ιράκ, το Ιράν και τα εμιράτα του Περσικού Κόλπου, όπου είχαν εντοπιστεί τα ιδιαίτερα πολύτιμα κοιτάσματα πετρελαίου.

Η Αίγυπτος, ωστόσο, ήταν αυτή που είχε την απόλυτη προτεραιότητα. Η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ έδινε στους Άγγλους τη δυνατότητα να μειώσουν στο μισό τον χρόνο προσέγγισης των πλοίων τους στη μεγαλύτερη αποικιακή κτήση τους, την Ινδία. Αντί να κάνουν τον περίπλου ολόκληρης της αφρικανικής ηπείρου, τα πλοία της βρετανικής αυτοκρατορίας έμπαιναν στη Μεσόγειο και, διά της διώρυγας του Σουέζ, έπλεαν στην Ερυθρά Θάλασσα, περνούσαν το Κέρας της Αφρικής και κατέληγαν στον Ινδικό Ωκεανό. Η Αίγυπτος, που ήλεγχε τη διώρυγα, και το Σουδάν, που ήλεγχε το Κέρας της Αφρικής, έπρεπε να βρίσκονται εξάπαντος στον έλεγχο των Άγγλων. Φρόντισαν μάλιστα να τους παραχωρηθεί και η Κύπρος ως φυλάκιο-προμαχώνας της εισόδου του Σουέζ.

Στις περιοχές αυτές όμως ζούσαν Μουσουλμάνοι, οι οποίοι από περήφανοι κυρίαρχοι των περιοχών τους, αφού στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως Μουσουλμάνοι, απολάμβαναν πλήρη δικαιώματα, μεταβλήθηκαν σε κατακτημένους χωρίς δικαιώματα. Οι Άγγλοι δεν τους θεωρούσαν ίσους πολίτες, αλλά υποταγμένους δεύτερης κατηγορίας ανθρώπους. Στην καλύτερη περίπτωση τους χρησιμοποιούσαν ως υπαλλήλους τους. Η αντίδραση ήταν φυσικό επακόλουθο. Οι Μουσουλμάνοι αντέδρασαν με δύο τρόπους: είτε, επηρεασμένοι από τη Δύση, εθνικιστικά, ζητώντας την απελευθέρωσή τους με βάση το έθνος, είτε με στροφή σε συντηρητικές ερμηνείες του Ισλάμ, δηλαδή τον Ισλαμισμό. Η πρώτη περίπτωση προηγείται χρονικά και είχε βάση της την Αίγυπτο, όπου υπήρχε ένα εξαιρετικής σημασίας ιστορικό παρελθόν για να δώσει θεμέλιο στην αρχή των εθνοτήτων και να ενώσει τους Αιγυπτίους, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, κατά των Άγγλων αποικιοκρατών. Αυτό ήταν το ισχυρότερο κίνημα. Πέρασε από πολλές φάσεις, αλλά εκφράστηκε τελικά με την επανάσταση των Αιγυπτίων αξιωματικών και την ανάδυση στην εξουσία του Γκαμάλ αμπντέλ Νάσσερ (1918-1970). Ο σημερινός πρόεδρος της Αιγύπτου, Άμπντελ Φατάχ αλ Σίσι (1954-), ακολουθεί αυτή τη γραμμή, φρουρός της οποίας είναι στην Αίγυπτο ο στρατός.

Η δεύτερη περίπτωση ακολούθησε χρονικά και στράφηκε στη σαουδαραβική σχολή των Γουάχαμπι. Οφείλουμε να τονίσουμε, όμως, ότι εμφανίστηκε έξω από τη Σαουδική Αραβία για πρώτη φορά ως αντίδραση στην αποικιοκρατία και μάλιστα στην αγγλική εκδοχή της. Αυτή ήταν η σχολή των Σαλαφιστών, οι οποίοι εμφανίστηκαν τον 19ο αι. και υποστήριξαν την επιστροφή στις αρχές των πρώτων χαλιφών. Η σχολή αυτή απέκτησε παραφυάδες σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο, αλλά απέκτησε και συγκεκριμένη πολιτική έκφραση με τον Χασάν αλ Μπάνα (1906-1949), ο οποίος ίδρυσε τη γνωστή σήμερα από τις ειδήσεις, Μουσουλμανική Αδελφότητα. Βασική αρχή της Αδελφότητας είναι ότι απορρίπτει την αρχή των εθνοτήτων. Όλοι οι Μουσουλμάνοι αποτελούν ένα «έθνος». Για να επιτευχθεί ο σκοπός της παγκόσμιας κυριαρχίας του Ισλάμ, ο Ισλαμικός Νόμος – τόσο θεμελιώδης στις σχολές των Ισλαμιστών Μουσουλμάνων – πρέπει να καταστεί νόμος του κάθε μουσουλμανικού κράτους. Η ιδέα αυτή θεμελιωδώς στηρίζεται στο γεγονός ότι παραδοσιακά στο Ισλάμ δεν υπάρχει διάκριση θρησκείας και κράτους. Αυτός είναι ο σκοπός των συγχρόνων Ισλαμιστών. Το κίνημα του Μπάνα στην Αίγυπτο βρήκε απήχηση και σε άλλες χώρες, όπως η Συρία, όπου ιδρύθηκαν αντίστοιχα πολιτικά κόμματα – πολλές φορές με το ίδιο όνομα – με το ίδιο πάντα πολιτικό πρόγραμμα: την εφαρμογή του Ισλαμικού Νόμου ως νόμου του κράτους. Η κυριαρχία του εθνικισμού στην Αίγυπτο και στις άλλες αραβικές χώρες έθεσε τον Ισλαμισμό στην, υπό διωγμό, αντιπολίτευση. Ο μεν Μπάνα δολοφονήθηκε από το καθεστώς του τότε βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ (β.1936-1952), ενώ ο διάδοχός του Σαγίντ Κουτμπ (1906-1966) εκτελέστηκε από το καθεστώς του Νάσσερ. Σκληρά μέτρα αιματηρής καταστολής έλαβε και το εθνικιστκό και όχι ισλαμικό καθεστώς του Χάφεζ αλ Άσαντ (1930-2000) στη Συρία, όπου όμως είχε προηγηθεί ένοπλη εξέγερση της Aδελφότητας (1976-1982).

Ο Ισλαμισμός που αναπτύχθηκε ως εδώ αφορά στο Σουνιτικό Ισλάμ. Αντίστοιχο κίνημα εμφανίστηκε και μεταξύ των Σιητών Μουσουλμάνων και είχε και εκεί αντιαποικιοκρατικές ρίζες. Η χώρα στην οποία εμφανίστηκε ο σιητικός Ισλαμισμός ήταν το Ιράν, το οποίο ήδη από τα τέλη του 19ου αι. και ως τα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρισκόταν υπό την επιρροή του Ηνωμένου Βασιλείου. Μετά την αποαποικιοποίηση και την απόσυρση των Βρετανών, τον έλεγχο του Ιράν ανέλαβαν οι ΗΠΑ. Ο έλεγχος αυτός συνδεόταν οπωσδήποτε με τον έλεγχο των πλουσίων κοιτασμάτων πετρελαίου της χώρας και των Στενών του Ορμούσδ, της εισόδου του Περσικού Κόλπου που ελέγχει την κίνηση των πετρελαιοφόρων πλοίων. Ως αντίδραση στον έλεγχο αυτό δημιουργήθηκε το ισλαμιστικό κίνημα του Ιράν που εκφράστηκε μέσα από την ισλαμική επανάσταση του 1979 υπό τον θρησκευτικό ηγέτη της χώρας, τον μεγάλο αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί (1902-1989), που ανέτρεψε τον αυτοκράτορα του Ιράν Μοχάμαντ Ρεζά Παχλεβί (β.1941-1979). Ο Ισλαμισμός, μέσα από το ανώτατο συμβούλιο των φρουρών της Επανάστασης, ελέγχει μέχρι σήμερα την πολιτική κατάσταση στο Ιράν.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ως Ισλαμισμός σήμερα νοείται το κίνημα που απαιτεί την εφαρμογή του Ισλαμικού Νόμου ως νόμου του κράτους και βαθύτερα αποσκοπεί στην παγκόσμια κυριαρχία του Ισλάμ, αρνούμενο τη διάκριση θρησκείας και κράτους. Επομένως, ο Ισλαμισμός είναι σήμερα ένα ιδεολογικό κίνημα στους κόλπους του Ισλάμ. Αν και ένας Ισλαμιστής είναι και κατ’ ανάγκην Μουσουλμάνους, ένας Μουσουλμάνος δεν είναι κατ’ ανάγκην Ισλαμιστής. Η εμφάνιση του κινήματος στον σύγχρονο κόσμο, αν και έχει παλαιές ρίζες, οφείλεται στην αποικιοκρατία. Ως αντίδραση στην αποικιοκρατία εμφανίστηκε και ο εθνικισμός, ο οποίος είναι ενωτικός όλων των μελών ενός έθνους ασχέτως θρησκεύματος. Είναι ο εθνικισμός που κέρδισε την επιρροή στις μουσουλμανικές χώρες ως τη δεκαετία του 1980. Ο Ισλαμισμός μεταξύ των Σουνιτών κέρδισε έδαφος από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, κυρίως λόγω της οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής και στρατιωτικής χρεοκοπίας του εθνικισμού των Αράβων. Πράγματι, ο εθνικισμός γνώρισε μόνο ήττες στα πεδία των μαχών με τον υπέρτατο εχθρό, το κράτος του Ισραήλ, γεγονός που, σε συνδυασμό με την οικονομική δυσπραγία, τη βαθιά διαφθορά και την καταναγκαστική επιβολή των δικτατορικών καθεστώτων στις αραβικές χώρες, έστρεψε προς άλλες αναζητήσεις. Ο Ισλαμισμός ήταν η προφανής εναλλακτική πρόταση, τουλάχιστον για ορισμένους Μουσουλμάνους.

 

Τζιχαντισμός

Μεταξύ των Ισλαμιστών δημιουργήθηκαν διαφορετικές τάσεις για το πώς επρόκειτο να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα της κατάληψης της εξουσίας και της εφαρμογής του Ισλαμικού Νόμου ως νόμου του κάθε μουσουλμανικού κράτους. Ο Ισλαμισμός ήταν επαναστατικός στη φύση του και ζητούσε την επαναστατική ανατροπή του καθεστώτος, όπως έδειξε το παράδειγμα του Ιράν. Η άνοδος της επιρροής του στην κοινωνία, ωστόσο, δημιούργησε την αυτοπεποίθηση στους Ισλαμιστές ηγέτες ότι η πολιτική τους παράταξη μπορούσε να επικρατήσει μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, τόσο, άλλωστε, αρεστές στη Δύση. Φρόντισαν, λοιπόν, να κερδίσουν την εύνοια των Αμερικανών και των Ευρωπαίων προβάλλοντας τη δημοκρατία ως αίτημα, ως ένα πρώτο βήμα για την ανατροπή των εθνικιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων των μουσουλμανικών χωρών. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η δημοκρατική άνοδος του ισλαμιστικού κόμματος στην Τουρκία υπό τον σημερινό πρόεδρο της χώρας Ρετζέπ Νταγίπ Ερντογάν. Η επιλογή αυτή δεν βρήκε όλους τους Ισλαμιστές συμφώνους. Υπήρξαν κάποιοι οι οποίοι διαφώνησαν. Πιστεύοντας ότι η δημοκρατία είναι έννοια εντελώς ξένη προς την ισλαμική παράδοση και αποτελούσε επινόηση των αποικιοκρατών, ανέπτυξαν το αίτημα της κήρυξης Ιερού Πολέμου των πιστών (Μουσουλμάνων) εναντίον των απίστων (μη Μουσουλμάνων). Κατά αυτούς η κατάληψη της εξουσίας, η εφαρμογή του Ισλαμικού Νόμου ως νόμου του κράτους και ο απώτερος σκοπός της παγκόσμιας εξάπλωσης δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς την ένοπλη βία. Άλλωστε οι κυρίαρχες χώρες του πλανήτη – μη μουσουλμανικές και κυρίως χριστιανικές – όπως και ο προαιώνιος εχθρός, το Ισραήλ, εφαρμόζουν βίαιη επιβολή. Κάθε αντίδραση σε αυτούς δεν μπορεί να εκδηλωθεί χωρίς βία. Η μερίδα αυτή των Ισλαμιστών που θεωρεί τη βία αυτή συνέχιση της κλασικής ισλαμικής παράδοσης του Ιερού Πολέμου (Jihad), ονομάζονται Τζιχαντιστές (Jihadists). Οι Τζιχαντιστές δεν ανήκουν στη Μουσουλμανική Αδελφότητα που έχει επιλέξει την ειρηνική οδό, αλλά σε διάφορες άλλες δικές τους οργανώσεις, οι οποίες συνεχίζουν να εμφανίζονται όπου υπάρχει σύγκρουση. Οι πιο γνωστές τέτοιες οργανώσεις είναι η περίφημη αλ Κάιντα (al Qaeda) με πρώην ηγέτη της τον Σαουδάραβα Οσάμα μπιν Λάντεν (1957-2011) και το Ισλαμικό Κράτοςτου Ιράκ και της Ανατολής ή Συρίας (ISIL ή ISIS).

Δεν είναι λοιπόν όλοι οι Μουσουλμάνοι Ισλαμιστές. Κατά ανάλογο τρόπο, δεν είναι και όλοι οι Ισλαμιστές Τζιχαντιστές. Οι Τζιχαντιστές όμως είναι οπωσδήποτε Ισλαμιστές.

 

Το Ισλάμ και η δημοκρατία

Η παρουσία όλων αυτών των τάσεων και οργανώσεων στον σύγχρονο κόσμο έχει δώσει την εντύπωση ότι ο Ισλαμισμός ταυτίζεται με το Ισλάμ, που, όπως είδαμε, είναι εσφαλμένη. Οι ίδιοι οι Μουσουλμάνοι έχουν σήμερα απασχοληθεί πολύ σοβαρά με το ερώτημα: είναι συμβατός ο Ισλαμισμός με τη δημοκρατία; Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, το ερώτημα δεν αφορά τους Τζιχαντιστές που ανοικτά απορρίπτουν τη δημοκρατία και καταφεύγουν συστηματικά στη βία, στην οποία δίνουν ιερό χαρακτήρα. Αφορά μόνο τους Ισλαμιστές που πιστεύουν στη δημοκρατική άνοδό τους και τίθεται από τους Μουσουλμάνους εκείνους που δεν είναι Ισλαμιστές και οραματίζονται την εγκαθίδρυση δημοκρατίας στις πατρίδες τους. Πολλοί τέτοιοι Μουσουλμάνοι ερευνητές – όπως ο Σύρος πολιτικός επιστήμων Μπασάμ Τίμπι, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γκέντιγκεν στη Γερμανία και ο Ιρανός επίσης πολιτικός επιστήμων Μέχντι Μοζαφάρι, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Άαρχους στη Δανία – υποστήριξαν τη θέση ότι οι Ισλαμιστές απασχολούνται με τη δημοκρατία μόνο ως μέσο ανόδου τους στην εξουσία και όχι επειδή πιστεύουν σε αυτήν ως πολιτικό σύστημα. Έχουν σε πολλές εργασίες τους επιμείνει ότι και μόνο η θεμελιώδης νοοτροπία τους που στηρίζεται στη μη διάκριση θρησκείας και κράτους και έτσι διαιρεί τους πολίτες ενός κράτους ανάλογα με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και όχι τις πολιτικές τους ιδέες δείχνει το ασύμβατο του Ισλαμισμού με τη δημοκρατία. Πολύ περισσότερο η εφαρμογή του Ισλαμικού Νόμου και ο απώτατος στόχος της παγκόσμιας κυριαρχίας προϋποθέτουν ολοκληρωτισμό και όχι ασφαλώς δημοκρατία.

Αν και οι επιστήμονες αυτοί κατέληξαν στα συμπεράσματά τους από τη μελέτη του Ισλαμισμού ήδη από τη δεκαετία του 1990, το παράδειγμα της ανόδου των Ισλαμιστών στην εξουσία στην Τουρκία αποδεικνύουν την ορθότητα των θέσεών τους. Ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν χρησιμοποίησε τη δημοκρατία για την άνοδό του στην εξουσία, αλλά συνεχώς ολισθαίνει προς τον ολοκληρωτισμό. Κατά τη γνώμη των Μουσουλμάνων πολιτικών επιστημόνων δεν είναι δυνατό να ανεχθεί πιθανή εκλογική αποτυχία. Το ίδιο συνέβη και στην Αίγυπτο, όπου η εκλογή του Μωχάμαντ Μόρσι ως προέδρου της χώρας (2012) του έδωσε την ευκαιρία να συντάξει και να προωθήσει προς ψήφιση ένα Σύνταγμα που προφανώς ολίσθαινε προς τον ολοκληρωτισμό. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι βέβαια ότι η προσπάθεια της παρεμπόδισης της πορείας των Ισλαμιστών γίνεται με βίαια μέσα. Επί χρόνια ο στρατός εμπόδιζε στην Τουρκία την άνοδο των Ισλαμιστών, όπως συνέβη και στην Αίγυπτο στην οποία ο Αιγύπτιος πρόεδρος Μόρσι ανατράπηκε από τον στρατό που επανέφερε την εθνικιστική δικτατορία (2013). Αξίζει πάντως να σημειωθεί, αν και χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, ότι οι δυνάμεις της Δύσης με επικεφαλής τις ΗΠΑ υποστηρίζουν τους Ισλαμιστές στις τρέχουσες συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής αποδεχόμενοι πλήρως το δημοκρατικό τους επιχείρημα και το δικαίωμά τους σε νόμιμη άμυνα έναντι των εθνικιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων που βρίσκονται σε κρίση στην περιοχή, όπως αυτό της Συρίας.

 

Συνοψίζοντας…

Επειδή σκοπός της ανάρτησης δεν είναι να αναλύσει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια, αλλά να κάνει κάποιες θεμελιώδεις διευκρινίσεις, συνοψίζουμε τις θέσεις του άρθρου στις παρακάτω:

  1. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή αποκτούν όλο και περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα, δημιουργώντας την παρεξήγηση της ταύτισης του Ισλάμ με τον Ισλαμισμό.
  2. Ισλάμ είναι η θρησκεία των Μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο με ιερό βιβλίο το Κοράνι.
  3. Ο Ισλαμισμός είναι υποσύνολο του Ισλάμ. Δεν είναι όλοι οι Μουσουλμάνοι Ισλαμιστές. Ισλαμιστές είναι όσοι αποσκοπούν στην παγκόσμια κυριαρχία του Ισλάμ και επιδιώκουν σε πρώτη φάση την εφαρμογή στις χώρες τους του Ισλαμικού Νόμου ως νόμου του κράτους. Οι Ισλαμιστές αντιτίθενται στα εθνικιστικά ολοκληρωτικά καθεστώτα των χωρών τους υποστηρίζοντας τη δημοκρατία.
  4. Οι Τζιχαντιστές είναι υποσύνολο του Ισλαμισμού. Δεν είναι όλοι οι Ισλαμιστές Τζαχαντιστές. Τζιχαντιστές είναι όσοι πιστεύουν ότι ο μόνος τρόπος για την επίτευξη των ιερών σκοπών του Ισλαμισμού είναι ο πόλεμος με κάθε τρόπο σε κάθε τόπο. Η υποστήριξη Ισλαμιστών, αν και όχι Τζιχαντιστών, από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη καθιστά τα όρια μεταξύ ενόπλων Ισλαμιστών «εν αμύνει» και επιθετικών Τζιχαντιστών εξαιρετικά δυσδιάκριτα.
  5. Ο Ισλαμισμός στην ουσία του – για τον Τζιχαντισμό δεν μπορεί να γίνεται λόγος – δεν είναι συμβατός με τη δημοκρατία. Η επίκληση της δημοκρατίας γίνεται για λόγους καιροσκοπικούς και μόνο. Για την τελευταία θέση θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι αποτελεί συμπέρασμα Μουσουλμάνων επιστημόνων και όχι Αμερικανών και Ευρωπαίων αναλυτών που υποστηρίζουν το ακριβώς αντίθετο. Το ίδιο κάνουν και οι κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου.

Ως γενική κατακλείδα θα μπορούσε να προστεθεί ότι οι δημοσιογράφοι που, λόγω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, επηρεάζουν σοβαρά τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης θα έπρεπε να ενημερώνονται σοβαρά και να μελετούν την ιστορία των θεμάτων στα οποία αναφέρονται.Αυτό αφορά ασφαλώς την πλειοψηφία τους και όχι όλους τους δημοσιογράφους, καθώς διαθέτουμε ευτυχώς στην Ελλάδα λαμπρούς εκπροσώπους της «τέταρτης εξουσίας».

Λάμπρος Αναστ. Ψωμάς

Θεολόγος – Ιστορικός

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *