Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία

Η τρίτη κατά σειρά ομιλία του προγράμματος “8 + 1 ομιλίες για την Ελληνική Επανάσταση” πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά την Δευτέρα 1/3/21, με τίτλο “Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία”

Τη θέση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πρέπει να την προσεγγίσουμε από τη σκοπιά της διαδικασίας επιβίωσης του Γένους, εντός ενός εξουσιαστικού και πολιτιστικού πλαισίου εντελώς ξένου, για όσους επί αιώνες διατήρησαν μια ακμαία κουλτούρα και συνείδηση, που μας κληροδοτήθηκε και αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας οικοδομήθηκε το Νεοελληνικό κράτος.
Ιστορικά, οφείλουμε να διακρίνουμε τρεις, φάσεις κατά τις οποίες η θέση των Ελλήνων διαφοροποιήθηκε τόσο ως προς την αντιμετώπιση τους από τους Οθωμανούς επικυρίαρχους, όσο και ως προς τις συνθήκες διαβίωσης τους .


 1 η φάση: 15 ος αιώνας (Συμβατικά 1453μ.Χ./ Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως)- 1683μ.Χ
(Πολιορκία της Βιέννης).Η ευημερία του Οθωμανικού κράτος στηρίζεται την επέκταση και τη λεηλασία, οπότε οι «άπιστοι» υποτελείς είναι αδιάφοροι για τον Σουλτάνο και δεν διαθέτουν κανένα δικαίωμα, ενώ και η τύχη τους είναι παντελώς αδιάφορη για τους εξουσιαστές τους.


 2 η φάση: 1683μ.Χ- 1774μ.Χ(Συνθήκη Κιουτσούκ –Καϊναρτζή)
Το τέλος της επέκτασης και η παγίωση των εξωτερικών συνόρων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αναγκάζει την Διοίκηση να στραφεί στην είσπραξη φόρων και επομένως οι «άπιστοι» είναι πια χρήσιμοι, ως αντικείμενα φορολογικής αφαίμαξης.(Άλλωστε οι Μουσουλμάνοι εξαιρούνται της φορολόγησης).


 3 η φάση: 1774μ.Χ-1821μ.Χ .
Η προηγούμενη περίοδος έχει διαμορφώσει ένα υπόβαθρο οικονομικής και εμπορικής ανάπτυξης που αξιοποιεί τα νέα δεδομένα που διαμορφώνει η εμφάνιση της Ρωσίας ως περιφερειακής υπερδύναμης και δημιουργεί εκπληκτικές ευκαιρίες που εκμεταλλεύονται οι Νησιώτες, κυρίως, έμποροι και πλοιοκτήτες. Ο Ελληνισμός, με διαμορφωμένη Εθνική συνείδηση και σταδιακά ενισχυόμενη αυτοπεποίθηση, ετοιμάζεται να αποτινάξει τον
Τουρκικό ζυγό.

Ξεκινώντας από το ζήτημα της ταυτότητας, πρέπει να αναφερθούμε στο περιεχόμενο των όρων που χρησιμοποιούνταν για τους προγόνους μας:


 Ρωμιός»: Ο όρος «ρωμιός» ήταν ο πιο συνηθισμένος αυτοπροσδιοριστικός όρος. Επρόκειτο για παραφθορά του «ρωμαίος», του όρου που χρησιμοποιούταν αποκλειστικά σε όλη τη βυζαντινή περίοδο για να προσδιορίσει τον πολίτη της αυτοκρατορίας. Ο μεσαιωνικός όρος παρέπεμπε σε πολιτική ταυτότητα, αλλά μέσα στο νέο πολιτικό πλαίσιο (δηλαδή το οθωμανικό) το περιεχόμενό του άλλαξε. Ο όρος κατά την οθωμανική περίοδο χρησιμοποιούταν συνεχώς από την Εκκλησία για να προσδιορίσει το ποίμνιό της. Ορθόδοξη κοινωνία με θρησκευτική κεφαλή τον πατριάρχη και πολιτική ηγεσία τον σουλτάνο.
Αλλά πέραν της ιδιότητας του ορθόδοξου χριστιανού, στον όρο «ρωμιός» συνυπήρχαν οι ιδιότητες του ελληνόφωνου και του μετόχου της ελληνικής κουλτούρας.


 « Γραικός»: Ως αντιδάνειο από το λατινικό graecus, διαχύθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες ως κύριο προσδιοριστικό των Ελλήνων. Συνεπώς, όπως θα περίμενε κανείς, ο όρος αυτοπροσδιοριστικά χρησιμοποιήθηκε κατ’ αρχήν από πληθυσμούς που είχαν κάποιου είδους επαφή με τη Δύση. Η χρήση του αυξήθηκε με την πάροδο των αιώνων και εντάθηκε την εποχή του Διαφωτισμού, αφενός λόγω της όλο και μεγαλύτερης εξοικείωσης των ελληνικών πληθυσμών με τη Δύση και αφετέρου λόγω της ιδεολογικής διαφοροποίησης με το «ρωμιός» που θεωρήθηκε παραδοσιακό στοιχείο και
απομεινάρι του παρελθόντος, στενά συνδεδεμένο με το εκκλησιαστικό περιβάλλον.


 «Έλληνας» : Ο όρος «Έλληνας» δεν ήταν καθόλου άγνωστος στις πηγές της εποχής, αν και όχι εύχρηστος. Ο όρος εν πολλοίς κουβαλούσε στην οθωμανική περίοδο το αρνητικό σημαινόμενο της βυζαντινής. Η σημασία του «ειδωλολάτρη», που την συναντούμε στους πρώτους οθωμανικούς αιώνες, δίνει τη θέση της σε αυτήν του «ήρωα», ενός πολύ δυνατού ανθρώπου που ζούσε στο απώτατο παρελθόν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Η μετάβαση σε ένα εθνικό περιεχόμενο θα προέλθει με την επίδραση του Διαφωτισμού και μέσω των λογίων Όπως και ο όρος «γραικός», έτσι και ο «Έλληνας» χρησιμοποιείτο αρκετά νωρίς σε κύκλους λογίων, στη Διασπορά ή μη, ενώ, όπως θα μας θυμίσουν οι Σβορώνος, Βακαλόπουλος και Πιζάνιας, το «Έλληνας» με εθνοτική σημασία εμφανίζεται σε κύκλους βυζαντινών λογίων τον 13ο και πάλι τον 15ο αιώνα, λόγω μάλλον της Φραγκοκρατίας, χωρίς πάντως να έχει χρονική διάρκεια, ούτε διάδοση.


 «Μωραΐτης», «Μακεδόνας», «Ηπειρώτης»: Οι όροι αυτοί δεν ήταν απλά δηλωτικοί του τόπου καταγωγής του συγκεκριμένου προσώπου, αλλά το διαφοροποιούσαν από άλλα, τα οποία μπορεί να είχαν κοινή θρησκεία και γλώσσα. Αυτή η τοπικότητα προσδιόρισε στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου και την πολιτική ταυτότητα και τα πολιτικά οράματα των ελληνικών πληθυσμών.


Το «γένος» δεν αφορά μόνο μια κοινότητα καταγωγής, γλώσσας ή θρησκείας, αλλά εμπεριέχει τόσο το στοιχείο της πολιτικής κοινότητας, όσο και (κυρίως) της πολιτισμικής. Ακολουθώντας τη μεθοδολογία των διαφωτιστών λογίων και των μεταγενέστερων και θέλοντας να επιλέξουμε κάποιο κριτήριο που είναι κυρίαρχο για τη διάκριση των ελληνικών πληθυσμών της οθωμανικής περιόδου από άλλους σύνοικους, θα απομονώναμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, την καταγωγή και την κουλτούρα.
Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια στη συνοπτική παρουσίαση των θεσμών, των μηχανισμών και των ομάδων που αποτέλεσαν τους κυριότερους φορείς της Ελληνικότητας κατά την δύσκολη περίοδο των τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς.


Εκκλησία – Πατριαρχείο. Θέση και ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία


Όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη βυζαντινή πρωτεύουσα, ο πατριαρχικός θρόνος ήταν κενός. Η τοποθέτηση νέου πατριάρχη ήταν αποτέλεσμα της βούλησης του σουλτάνου. Ο ίδιος κίνησε τη διαδικασία για την εκλογή και μάλιστα επέλεξε τον Γεννάδιο (Β΄) Σχολάριο για τη θέση αυτή. Οι λόγοι που ώθησαν τον σουλτάνο Μεχμέτ Β΄ σ’ αυτή την πράξη μπορούν να συνοψιστούν στους εξής:


α) Την εποχή της Άλωσης οι υπήκοοι του σουλτάνου ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα ορθόδοξοι χριστιανοί. Γνωρίζοντας ο σουλτάνος το συμβολικό βάρος που είχε γι’ αυτούς τους πληθυσμούς το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης προχώρησε στην ανασύστασή του. Μ’ αυτό τον
τρόπο νομιμοποιούσε την εξουσία του έναντι των πολυπληθών χριστιανών υπηκόων του, προβάλλοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του ως διάδοχο των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Με την ενέργειά του αυτή, δηλαδή, ο σουλτάνος νομιμοποίησε τον σημαντικότερο θεσμό της πλειονότητας των υπηκόων του, νομιμοποιώντας εμμέσως και τη θέση του ίδιου απέναντί τους.


β) Η Κωνσταντινούπολη μετά την Άλωση είχε ερημωθεί από τους κατοίκους της. Ένα από τα πρώτα μελήματα του Μεχμέτ Β΄ ήταν ο ανασυνοικισμός της, ώστε να καταστεί η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του. Στόχος του σουλτάνου δεν ήταν να μετατραπεί η Κωνσταντινούπολη σε μια μουσουλμανική πόλη, αλλά να διατηρήσει τους προηγούμενους κατοίκους της. Γι’ αυτό προχώρησε σε ένα πρόγραμμα υποχρεωτικής μετακίνησης πληθυσμών από χριστιανικές περιοχές της αυτοκρατορίας.
Ωστόσο, προσδοκούσε ότι με την ανασύσταση του πατριαρχείου θα κατάφερνε να προσελκύσει κι άλλους χριστιανούς, οι οποίοι θα εγκαθίσταντο εκούσια στην Πόλη.


γ) Με την ανασύσταση του πατριαρχείου ο σουλτάνος ενσωμάτωνε στο κράτος του έναν προοθωμανικό (βυζαντινό) θεσμό, ο οποίος χάρη στην άρτια διοικητική οργάνωσή του που έφτανε μέχρι τις πιο απόμακρες επαρχίες, θα μπορούσε να αποτελέσει όχημα για τη διάδοση της κρατικής πολιτικής προς αυτούς τους πληθυσμούς και ταυτόχρονα να τους ελέγχει.


δ) Τέλος, η επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου ως πατριάρχη δεν ήταν τυχαία. Ο Γεννάδιος έχαιρε γενικότερης εκτιμήσεως λόγω της παιδείας του, ενώ παράλληλα εξέφραζε σθεναρή ανθενωτική στάση έναντι της Δύσης. Ο σουλτάνος προσδοκούσε ότι με την τοποθέτηση του Γεννάδιου το κράτος θα
θωρακιζόταν και μ’ αυτό τον τρόπο έναντι του δυτικού κινδύνου. Θεωρούσε, με άλλα λόγια, ότι ο πατριάρχης θα ήταν αρνητικός σε κάθε προσπάθεια των Δυτικών να προκαλέσουν εξεγέρσεις ή πολέμους εναντίον του οθωμανικού κράτους και ότι οι πολυπληθείς ορθόδοξοι υπήκοοι του σουλτάνου θα ήταν απρόθυμοι να συμμετάσχουν σε μια τέτοια πιθανή μελλοντικά προσπάθεια. Συνολικά, μέσω της πολιτικής ρητορικής του πατριαρχείου εμπεδωνόταν μια πολιτική νομιμοφροσύνης των υπηκόων
έναντι του αλλόθρησκου κυριάρχου Διοικητική Οργάνωση.
Στο οικουμενικό πατριαρχείο αναγνωρίστηκε η εδαφική δικαιοδοσία του με την ονομαστική αναγραφή των υποκείμενων σ’ αυτό μητροπόλεων. Εντός αυτής της εδαφικής δικαιοδοσίας ο πατριάρχης έχει το δικαίωμα να διορίζει και να παύει τους μητροπολίτες και κανένας άλλος δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει στη διαδικασία.


Ο ρόλος της οθωμανικής εξουσίας στην επιλογή του προσώπου για τον πατριαρχικό θρόνο δεν ήταν «dejure» έγκυρος με βάση το εκκλησιαστικό δίκαιο. Στην πράξη, πάντως, συχνά το κράτος επενέβαινε για την παύση πατριαρχών. Σε τέσσερις, μάλιστα, περιπτώσεις πατριάρχες απαγχονίστηκαν με διαταγή της Πύλης (Κύριλλος Α΄ Λούκαρης το 1638, Παρθένιος Β΄ το 1651, Παρθένιος Γ΄ το 1657 και Γαβριήλ Β΄ επίσης το 1657).
Τα επιχειρήματα που επικαλείτο η οθωμανική εξουσία για να παύσει έναν πατριάρχη ήταν κατά βάση δύο:
α) ότι διασάλευε τη δημόσια τάξη με τη συμπεριφορά του ή και γινόταν επικίνδυνος για το κράτος και
β) ότι δεν κατέβαλε απρόσκοπτα τους φόρους στο κρατικό ταμείο.
Κατά συνέπεια, «de facto» η οθωμανική εξουσία μπορούσε να παύει πατριάρχες.


Δημοσιονομικός ρόλος του Πατριαρχείου: Στο δημοσιονομικό τομέα, όπως προκύπτει και από τις ελληνικές πηγές της εποχής, οι κύκλοι των αρχόντων της Κωνσταντινούπολης πρότειναν στον Οθωμανό σουλτάνο την επιβολή φορολογίας από την πλευρά του πατριαρχείου. Συγκεκριμένα, το 1465/6 ο νέος πατριάρχης πρόσφερε ως εθιμικό δώρο (πεσκέσι) 500 χρυσά νομίσματα στο σουλτάνο για να τον ευχαριστήσει για την εκλογή του. Η πράξη αυτή ήταν συνήθης για κάποιον που αναλάμβανε μια κρατική θέση μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά μαρτυρείται τότε για πρώτη φορά στις πηγές αναφορικά με την Εκκλησία.


Το 1474, πάλι με πρωτοβουλία των χριστιανών, καθορίστηκε να δίνεται στο κράτος ένα ετήσιο ποσό∙ πρόκειται για τον φόρο που είναι γνωστός στις ελληνικές πηγές ως χαράτσι. Η επιβολή των δύο φόρων με πρόταση των χριστιανών ερμηνεύτηκε από τη σύγχρονη ιστοριογραφία ως προσπάθεια να ενταχθεί το πατριαρχείο στο δημοσιονομικό μηχανισμό του κράτους. Μ’ αυτό τον τρόπο το πατριαρχείο θα προστατευόταν από μελλοντικές απειλές για την ύπαρξή του από μέρους των οθωμανικών αρχών, γιατί το κράτος θα έχανε έσοδα σε περίπτωση κατάργησης του θεσμού. Έτσι, το βασιλικό χαράτζιον των ελληνικών πηγών της εποχής αφορά την υποχρέωση των μητροπολιτών να δίνουν το αναλογούν σ’ αυτούς μέρος του πατριαρχικού χαρατσιού. Διατηρούνταν κατάστιχα στο πατριαρχείο, βάσει των οποίων γινόταν κάθε χρόνο η κατανομή του ποσού στις επαρχίες. Το αναλογικό ποσό που βάρυνε κάθε μητρόπολη εξαρτιόταν από το πλήθος των χριστιανών που κατοικούσαν εκεί και από την εν γένει οικονομική κατάστασή της.


Στάση και σχέσεις της εκκλησίας έναντι:


α) του οθωμανικού κράτους.
Η Εκκλησία άφησε να διαφανεί ότι ο σουλτάνος ήταν συνεχιστής των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και κατά συνέπεια του οφειλόταν η ίδια υπακοή με τους χριστιανούς μονάρχες.
Επιπλέον, πρόβαλε το επιχείρημα της τιμωρίας των χριστιανών για τα αμαρτήματά τους, ως βασικό ερμηνευτικό σχήμα για την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την υπερίσχυση της Οθωμανικής.
Με αυτό τον τρόπο, η Εκκλησία από τη μια ηρεμούσε ψυχολογικά το ποίμνιό της θωρακίζοντάς το έναντι της εξωμοσίας και από την άλλη άφηνε ένα περιθώριο για ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πολιτικής υποτέλειας, όταν η βούληση του Θεού θα άλλαζε μελλοντικά. Ήταν η πολιτική της «παρηγοριάς» και της «μακράς αναμονής», όπως εύστοχα ονομάστηκε από τον καθηγητή κ. Ι.Κ. Χασιώτη. Όμως: Μέσα από κείμενα και κυρίως από ενέργειες ιεραρχών προκύπτει ότι η Εκκλησία επιθυμούσε την εκδίωξη των
Οθωμανών και θεωρούσε το οθωμανικό καθεστώς ως δουλεία για τους ορθόδοξους χριστιανούς. Όταν οι εξωτερικές πολιτικές συνθήκες ήταν κατάλληλες για εξεγερτική δράση, αρκετοί ιεράρχες ηγούνταν τέτοιων
κινήσεων.
β) του ποιμνίου της.
Το οθωμανικό κράτος αποκαλούσε όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς υπηκόους του με έναν περιεκτικό όρο: ήταν οι χριστιανοί (ζιμμήδες) ή, αργότερα, οι ρωμιοί. Επικεφαλής όλων αναγνωριζόταν ο οικουμενικός πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. Η Εκκλησία προώθησε την ελληνική γλώσσα και παιδεία, την οποία θεωρούσε το όχημα, μέσω του οποίου μπορούσαν να διοχετευτούν και να γίνουν αντιληπτά τα ορθόδοξα δόγματα. Επίσης, θεωρείτο αυτονόητη η ελληνομάθεια για να ανέλθει κάποιος στα ανώτερα κλιμάκια της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
γ)της εθνικής ιδεολογίας.
Η εθνοτική συνειδητοποίηση και διάκριση του ρωμιού έναντι των άλλων
ορθοδόξων χριστιανών είναι εμφανέστερη σε κείμενα χαμηλότερων ιεραρχικά βαθμίδων του κλήρου. Βάσει αυτών υποστηρίχτηκε πρόσφατα ότι όσον αφορά την πολιτική ιδεολογία η Εκκλησία είχε ένα «ρωμαιοκεντρικό» προσανατολισμό, αφήνοντας τον οικουμενικό (δηλαδή υπερεθνοτικό) μόνο για θέματα που άπτονταν της πνευματικής αποστολής της.
Η Εκκλησία αμέσως μετά τη διάχυση των νεωτερικών ιδεών της επανάστασης και της εθνικής ιδεολογίας στον ελληνικό κόσμο στα τέλη του 18ου αιώνα στάθηκε αρνητική. Από τη μια πλευρά θεωρούσε ότι η εθνική ιδεολογία θα διασπούσε τον ορθόδοξο κόσμο με διχαστικές συνέπειες για το πλήρωμά της και παράλληλα τη θεωρούσε αντίθετη με την ορθόδοξη οικουμενική διδασκαλία. Από την άλλη πλευρά, η επαναστατική ιδεολογία θα καταφερόταν εναντίον της οθωμανικής νομιμότητας, την οποία η ίδια υπηρετούσε – τουλάχιστον εμφανώς – όχι μόνο επειδή είχε ενταχθεί στον οθωμανικό διοικητικό μηχανισμό, αλλά και επειδή οι επαναστατικές ενέργειες θα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στο ποίμνιό της λόγω αντιποίνων των Οθωμανών (θάνατοι, εκπατρισμοί και εξωμοσίες).


Εκκλησία και παιδεία
Το οικουμενικό πατριαρχείο ως ο μοναδικός πνευματικός θεσμός με αδιάκοπη παρουσία στον ελληνικό χώρο συνδέθηκε εξαρχής με το αίτημα για παροχή ελληνικής παιδείας. Επιπλέον, η μεγαλύτερη – σε σχέση με
τον υπόλοιπο κόσμο – δυνατότητα που είχε ένας ιερωμένος να μορφωθεί προκειμένου να τελεί τις εκκλησιαστικές ακολουθίες, έδιναν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στην παρουσία μορφωμένων μέσα στους
κόλπους της Εκκλησίας

ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ.
Κοινοτική Οργάνωση την περίοδο της Οθωμανικής Κατοχής Οι Οθωμανοί διατήρησαν και εκμεταλλεύτηκαν για δημοσιονομικούς σκοπούς μια θεσμική πραγματικότητα, η οποία ανεξάρτητα από τις όποιες τοπικές ή συγκυριακές διαφοροποιήσεις της, προϋπήρχε και επιβίωνε ως μέρος μιας διαχρονικής εθνικής και θεσμικής συνέχειας. Σύμφωνα με την εθνική προσέγγιση, οι κοινότητες ήταν γνήσια ελληνικό πολιτικό σώμα, αποτελεσματικό όχημα στον αγώνα για την αντιμετώπιση των οθωμανικών πιέσεων και αυθαιρεσιών. Έτσι, η κοινότητα έγινε θεσμικό ανάλογο της κλεφτουριάς, και φορέας εθνικής ταυτότητας ανάλογος με την εκκλησία, το εθιμικό δίκαιο και το λαϊκό πολιτισμό.
Η αυτοδιοίκηση βασιζόταν θεωρητικά στην πρόβλεψη του Κορανίου για παραχώρηση περιορισμένης νομικής και διοικητικής αυτονομίας στους μονοθεϊστικούς λαούς της Βίβλου, οι οποίοι μετείχαν οικειοθελώς στο σώμα των υπηκόων ενός ισλαμικού κράτους. Το περιεχόμενο των ευνοϊκών ρυθμίσεων, ή «προνομίων» όπως είναι γνωστές στην εθνική ιστοριογραφία, ήταν προσαρμοσμένο στα αιτήματα των υποψηφίων υπηκόων της Υψηλής Πύλης, και συνήθως περιλάμβανε την αναγνώριση :
α) της καθεστηκυίας κοινωνικής και οικονομικής τάξης και
β)των παγιωμένων εξουσιαστικών ιεραρχιών


Η άνοδος της γαιοκτητικής ελίτ (κοτσαμπάσηδες) στο 18ο αιώνα, η διάχυση της εκχρηματισμένης οικονομίας με την ανάπτυξη του μεταποιητικού τομέα και της εμπορικής διακίνησης(πλοιοκτήτες έμποροι) έθεταν τις κοινότητες σε διαρκή μετασχηματισμό.
Οι Κοινότητες μπορούν να διακριθούν στη βάση των παραγωγικών δραστηριοτήτων τους σε :
Α) αγροτικές, όπως οι περισσότεροι γεωργικοί οικισμοί της Πελοποννήσου,
Β) αστικές, για παράδειγμα η Θεσσαλονίκη, τα Γιάννενα και οι Σέρρες,
Γ) βιοτεχνικές, όπως τα Αμπελάκια,
Δ) ναυτικές, όπως οι οικισμοί των αιγαιοπελαγίτικων νησιών, και
Ε) ειδικού ενδιαφέροντος. Οι τελευταίες μπορούν να διακριθούν σε αυτές με μονο-παραγωγικές λειτουργίες, για παράδειγμα τα Μαντεμοχώρια στη δυτική Χαλκιδική και τα Μαστιχοχώρια της Χίου, και σε κοινότητες που εξυπηρετούσαν εξω-οικονομικές, συνήθως αστυνομικές, σκοπιμότητες όπως
ήταν τα Δερβενοχώρια της Μεγαρίδας.


Μεγάλος αριθμός κοινοτήτων τελούσαν υπό χαλαρή επιτήρηση εκ μέρους της οθωμανικής εξουσίας και υψηλό βαθμό αυτοδιαχείρισης των εσωτερικών ζητημάτων τους. Βέβαια, θα πρέπει να τονιστεί ότι η κοινοτική αυτονομία δεν ήταν μια αμετάβλητη σταθερά, αλλά μια συνθήκη ρευστή και καθοριζόμενη από τις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό της τοπικής κοινωνίας και την ευχέρεια άσκησης ελέγχου εκ μέρους των προκρίτων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Πρέπει οπωσδήποτε να επισημανθεί ότι η λειτουργία των κοινοτήτων δεν αποτελούσε θεσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά κατά παραχώρηση προνόμιο, που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ανασταλεί. Αυτή η παρατήρηση ενισχύεται από την απουσία αναφοράς στα οθωμανικά έγγραφα σε οποιαδήποτε ιεραρχική οργάνωση των πελοποννησιακών κοινοτήτων.


«Προύχοντες» :
Ακόμη και πριν τον 18ο αιώνα, οι προύχοντες αναδεικνύονταν από τα ανώτερα στρώματα της οικονομικο-κοινωνικής ιεραρχίας στο εσωτερικό της κοινότητας. Οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να φέρουν δύο βασικές, συνήθως αλληλοσυμπληρωματικές, ιδιότητες, δηλαδή επαρκείς χρηματικές διαθεσιμότητες ώστε να μπορούν να αναλάβουν τη φοροδοτική εγγυοδοσία της κοινότητας, και κοινωνικό κύρος, αναγκαίο για τη συναίνεση του κοινωνικού σώματος.
Η πρωταρχική αποστολή των προυχόντων ήταν ο επιμερισμός της φορολογικής επιβάρυνσης στο εσωτερικό της κοινότητας με βάση την περιουσιακή κατάσταση των μελών της και η είσπραξη των καθορισμένων ποσών. Ο κοινοτικός σχηματισμός ήταν, περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο, ανεπίσημος δημοσιονομικός μηχανισμός του κράτους, βασισμένος στη συλλογική ευθύνη του πληθυσμού για την απόδοση του φόρου.
Οι εσωτερικές κοινοτικές λειτουργίες μπορεί να κατείχαν δευτερεύοντα ρόλο αναφορικά στη θέση των προυχόντων απέναντι στην οθωμανική εξουσία, ενίσχυαν όμως την κοινωνική φήμη τους στο κοινωνικό σώμα και νομιμοποιούσαν την εξουσιαστική επιβολή τους στα μάτια των συμπατριωτών τους. Καθήκοντα όπως η συντήρηση και λειτουργία του κοινοτικού σχολείου, η μισθοδοσία του δασκάλου, ο διορισμός αγροφυλάκων, η εκλογή των εκκλησιαστικών επιτρόπων, η συντήρηση του κοινοτικού ναού, η ανάληψη τέλεσης κοινωφελών έργων, όπως η κατασκευή κρηνών, γεφυρών και δρόμων, αποτέλεσαν μέσα ιδεολογικής επιβολής και νομιμοποίησης του κυριαρχικού ρόλου τους.
Οι κοτζαμπασικές οικογένειες συγκρότησαν μια χριστιανική επαρχιακή αριστοκρατία, παρόμοια με αυτή των μουσουλμάνων «αγιάνηδων», καταλύοντας την κοινοτική αυτονομία, ενίοτε σχηματίζοντας μεγάλες
χρηματικές και γαιοκτητικές περιουσίες, μεταβάλλοντας επαρχίες ολόκληρες σε χώρο αποκλειστικού οικονομικού και κοινωνικού ελέγχου, επανδρώνοντας μικρούς ιδιωτικούς στρατούς, επενδύοντας κεφάλαια σε
πλήθος επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, συμμετέχοντας ενεργά και άμεσα στην περιφερειακή διοίκηση. Οι «κοτζαμπάσηδες» ήταν πολυδύναμοι επιχειρηματίες, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικοί με μεγάλη ιδεολογική
επιρροή στον τοπικό πληθυσμό, την προστασία του οποίου αναλάμβαναν
Σε κάθε περίπτωση οι προεστοί, αν και άσκησαν καταθλιπτική πίεση στην κοινοτική αυτονομία, ανέλαβαν με ευθύνη την ηγεσία του έθνους διαφυλάττοντας τις αξίες του και το επαναστατικό πνεύμα.


(1770-1821)
Αρματολοί και Αρματολίκια

Το σημαντικότερο αστυνομικό σώμα της οθωμανικής υπαίθρου ήταν οι αρματολοί, ένοπλοι επαγγελματίες, συνήθως χριστιανοί, αν και όχι αποκλειστικά, οι οποίοι είχαν υπό την αστυνομική επίβλεψή τους μια εδαφική ζώνη, το λεγόμενο «αρματολίκι»
Οι αρματολοί διατηρούσαν μια ιδιάζουσα θέση στην κάθετη ιεράρχηση της οθωμανικής κοινωνίας. Αν και χριστιανοί προερχόμενοι από την τάξη των αγροτών θεωρούνταν «askeri» και όχι ραγιάδες, καθώς παρείχαν στρατιωτική υπηρεσία στο κράτος και ταυτόχρονα ήταν απαλλαγμένοι από φορολογικές υποχρεώσεις. Από την άλλη, όταν έχαναν τη θέση τους, θεωρητικά επέστρεφαν στη θέση του χωρικού διατηρώντας όμως το δικαίωμα επανένταξης σε αρματολικό σώμα, και έτσι επεδείκνυαν μια κινητικότητα μοναδική για χριστιανούς στη στεγανή κοινωνική ιεραρχία του οθωμανικού κόσμου.
Η διάχυση της οπλοκατοχής στους πληθυσμούς των ραγιάδων και η παρουσία οπλικών ομάδων στην ύπαιθρο, είτε έκνομων είτε στην υπηρεσία του κράτους, ήταν δομικό γνώρισμα της οθωμανικής πραγματικότητας. Με εξαίρεση τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η ανάδυση της εθνικής ιδεολογίας μετασχημάτισε τους στόχους της οπλικής δράσης, η χρήση της ένοπλης βίας για αιώνες αποτέλεσε βασικό βιοποριστικό μέσο και ταυτόχρονα σημαντικό διαπραγματευτικό εργαλείο συνδιαλλαγής με το κράτος και τις τοπικές πολιτικές και οικονομικές ελίτ για όλους όσους αισθάνονταν περιθωριοποιημένοι στον τόπο τους.
Οι ένοπλοι, είτε αρματολοί, είτε κλέφτες, αποτελούσαν ήρωες της λαϊκής παράδοσης και πρότυπα ηρωισμού, αλλά ταυτόχρονα καταπιεστές και δυνάστες των χωρικών, πολλές φορές χειρότεροι από τις τοπικές και κρατικές ιθύνουσες ομάδες. Η εμπειρία τους στη χρήση των όπλων του τοποθέτησε στην πρωτοπορία της επαναστατικής δράσης και προκάλεσε μεγάλη οργή στους Οθωμανούς που αισθάνθηκαν ότι προδόθηκε η
εμπιστοσύνη με την οποία τους είχαν περιβάλει.


ΟΙ ΦΑΝΑΡΙΩΤΕΣ
Οι Φαναριώτες ως φαινόμενο της νεοελληνικής ιστορίας αποτέλεσε αμφιλεγόμενο θέμα και προκάλεσε αμηχανία στους Έλληνες ιστορικούς. Η ελληνική εθνική ιστοριογραφία του 20ού αιώνα σε γενικές γραμμές τόνισε το θετικό πολιτιστικό ρόλο των Φαναριωτών για τον Ελληνισμό, ενώ προσπάθησε να λειάνει ή και να απαλείψει γεγονότα ή στοιχεία που θα οδηγούσαν ή θα προσανατόλιζαν προς μια εμφανώς επικριτική στάση γι’ αυτούς. Η πραγμάτευση των Φαναριωτών μέσα σ’ αυτή την προσέγγιση ενέχει και μια κολακευτική χροιά, ως προς το ότι αυτοί ως χριστιανοί, και μάλιστα ελληνορθόδοξοι, είχαν καταλάβει επίζηλα οθωμανικά κρατικά αξιώματα, αποτελώντας οι ίδιοι ένα ακόμη παράδειγμα τονισμού του μεγαλείου του Ελληνισμού μέσα στον οθωμανικό χώρο.
Στα κείμενα που παρήχθησαν από τους Φαναριώτες δεν αναφέρεται πουθενά το όνομα «Φαναριώτης» για να δηλώσει το σύνολο των ανθρώπων, ούτε για να προσδώσει μια ιδιότητα ή ταυτότητα σε ένα πρόσωπο. Οι Φαναριώτες,τελικά, είναι ένα σύνολο οικογενειών, με συνείδηση αρχοντικής καταγωγής, ιστορικά τεκμηριωμένης ή όχι, οι οποίες διέμεναν στη συνοικία Φαναρίου της Κωνσταντινούπολης και μονοπωλούσαν για περίπου έναν αιώνα τα τρία σημαντικά κρατικά αξιώματα, του Μεγάλου Διερμηνέα της Πύλης, του Διερμηνέα του Στόλου και των Ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Η χρονική έκταση ακμής τους καλύπτει τα χρόνια 1661-1821, περίοδο κατά την οποία κατείχαν αδιάλειπτα τα παραπάνω αναφερόμενα
αξιώματα.

Τα τρία κρατικά αξιώματα:
Α) Μέγας Διερμηνέας της Υψηλής Πύλης
Η θέση του Διερμηνέα (δραγουμάνος στις πηγές της εποχής) της Πύλης δεν δημιουργήθηκε για κάποιον Φαναριώτη, ούτε την εποχή που μας ενδιαφέρει. Λόγω της μη γνώσης δυτικών γλωσσών από την οθωμανική γραφειοκρατία, η θέση του διερμηνέα υπήρχε ήδη από τον 15ο αιώνα και κατεχόταν από μη μουσουλμάνους Οθωμανούς υπηκόους (Έλληνες, Αρμένιους, Εβραίους) ή εξισλαμισμένους Ευρωπαίους (π.χ. Ιταλούς). Παναγιώτης Νικούσιος : γεννήθηκε το 1613 στην Κωνσταντινούπολη από τραπεζούντια οικογένεια.
Ήταν γνώστης ανατολικών και δυτικών γλωσσών και είχε εισέλθει στην αυστριακή πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης ως υπάλληλος και αργότερα ως διερμηνέας. Η τοποθέτησή του στη θέση του Διερμηνέα της Πύλης το 1661 αποτέλεσε προσωπική επιλογή του πανίσχυρου Μεγάλου Βεζίρη Μεχμέτ Κιοπρουλού. Η δωδεκάχρονη θητεία του, που σταμάτησε με το θάνατό του, ήταν που του έδωσε αίγλη και δύναμη, τόσο στους κύκλους του Παλατιού και των ευρωπαϊκών πρεσβειών, όσο και της ελληνορθόδοξης κοινωνίας.
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (ο εξ απορρήτων): Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ήταν αυτός που συνέβαλε στο να διαμορφωθεί το φαναριωτικό φαινόμενο και να αποκτήσει σταθερές βάσεις και χρονική διάρκεια. Ήταν γιος χιώτη εμπόρου και της κόρης του πανίσχυρου εμπόρου και προμηθευτή του οθωμανικού παλατιού σε κρέας, Σκαρλάτου Μπεγλικτσή. Διετέλεσε μαθητής του φημισμένου λόγιου και δασκάλου Ιωάννη Καρυοφύλλη. Σπούδασε στα πανεπιστήμια Πάδοβας και Μπολόνιας ιατρική και φιλοσοφία και αναγορεύτηκε διδάκτορας. Η πολυγλωσσία και η ευρυμάθεια τον χαρακτήριζαν από τα πρώτα του βήματα. Όταν επέστρεψε από την Ιταλία, τοποθετήθηκε δάσκαλος στην πατριαρχική σχολή (1665-1672) και το 1673 διαδέχτηκε το Νικούσιο στη θέση του Διερμηνέα της Πύλης, καθώς ήδη από το 1671 ήταν γραμματέας του. Έχαιρε κι ο ίδιος εκτιμήσεως από κύκλους του Παλατιού και των ευρωπαϊκών πρεσβειών. Η διαφορά με το Νικούσιο ήταν ότι ο Μαυροκορδάτος είχε συνείδηση ευγενούς καταγωγής ή έστω προσπάθησε να την προβάλει και να την μεταλαμπαδεύσει και στο γιο του. Η έννοια της ευγένειας και η συνειδητή συγκρότηση μιας αριστοκρατικής οικογένειας με στόχο την κατάληψη κρατικών αξιωμάτων ήταν στοιχεία μιας υπό διαμόρφωση πολιτικής ιδεολογίας, της οποίας τη βάση έθεσε ο Μαυροκορδάτος και η οποία αποτέλεσε το πλαίσιο λειτουργίας και των υπολοίπων φαναριωτικών οικογενειών που ακολούθησαν το παράδειγμά του. Γι’ αυτό δεν κάνει εντύπωση που ο Αλέξανδρος φρόντισε να τον διαδεχθεί στη διερμηνεία της Πύλης όχι κάποιος άλλος, αλλά ο γιος του Νικόλαος. Έτσι, ο Μαυροκορδάτος έγινε ο γενάρχης της πρώτης φαναριώτικης οικογένειας.
Το αξίωμα του μεγάλου διερμηνέα κατέλαβαν συνολικά 37 Φαναριώτες σε 41 θητείες. Οι Μαυροκορδάτοι ήταν η πρώτη οικογένεια που μονοπώλησε το αξίωμα μέχρι το 1717. Τα επόμενα εκατό χρόνια το αξίωμα καταλήφθηκε από μέλη των οικογενειών Μουρούζη και Καρατζά (από 6 πρόσωπα η καθεμιά), Σούτσου (5), Γκίκα και Καλλιμάχη (από 4 πρόσωπα), Υψηλάντη (2), Αργυρόπουλου (1), Ράλλη (1), Χαντζερή (1) και Αριστάρχη (1).
Ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, Διερμηνέας της Πύλης το Μάρτιο του 1821, αποκεφαλίστηκε μετά την είδηση για την έκρηξη της Ελληνικής επανάστασης και στη θέση του τοποθετήθηκε για λίγους μήνες ο Σταυράκης Αριστάρχης που ήταν και ο τελευταίος Φαναριώτης στη σειρά των Μεγάλων Διερμηνέων της Πύλης. Από τους Φαναριώτες που ανήλθαν στο αξίωμα σχεδόν όλοι το χρησιμοποίησαν ως προστάδιο για να καταλάβουν τα αξιώματα των ηγεμόνων σε Μολδαβία και Βλαχία. Κανένας, πάντως, μετά τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα στο αξίωμα αυτό.


Β) Διερμηνέας του Στόλου: Θεσμοθετήθηκε το 1701 για να εξυπηρετήσει κρατικές ανάγκες. Ειδικότερα, τα πολλά και απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου ανήκαν διοικητικά στο ναύαρχο του οθωμανικού στόλου (καπουδάν πασά) και οι κάτοικοί τους ήταν στη συντριπτική πλειονότητα χριστιανοί. Θεσμοθετήθηκε η θέση του διερμηνέα ως διαμεσολαβητή μεταξύ του Οθωμανού υψηλού αξιωματούχου και των κατοίκων των νησιών, προκειμένου να βοηθήσει ο νέος αξιωματούχος στη διευθέτηση των ποικίλων ζητημάτων που ανέκυπταν. Ακολουθώντας την πρακτική που είχε διαμορφωθεί για το Διερμηνέα της Πύλης και αξιοποιώντας το υπάρχον στελεχικό δυναμικό, το νέο αξίωμα παραχωρήθηκε από το κράτος αποκλειστικά σε ελληνορθοδόξους Οθωμανούς υπηκόους, κυρίως μέλη φαναριωτικών οικογενειών. Το αξίωμα ήταν το χαμηλότερο σε κύρος και ισχύ από τα τέσσερα που καταλάμβαναν οι Φαναριώτες. Γι’ αυτό θεωρείτο ως ένας προθάλαμος για την κατάληψη των άλλων τριών αξιωμάτων.


Γ) Ηγεμόνες της Βλαχίας και της Μολδαβίας:
Τα τελευταία χρονικά αξιώματα που καταλήφθηκαν από τους Φαναριώτες ήταν αυτά των δύο φόρου υποτελών οθωμανικών επαρχιών της Βλαχίας και της Μολδαβίας (σλαβ.: οσποδάρος, τουρκ.: βοεβόδας, ελλ.: πρίγκιπας). Ουσιαστικά επρόκειτο για θέσεις Οθωμανών διοικητών επαρχιών, για επαρχιακούς διοικητές, γι’ αυτό το λόγο ήταν τα πιο επίζηλα αξιώματα. Ο κάτοχος των θέσεων είχε τον τίτλο του πασά δύο αλογοουρών, στοιχείο που τον έφερνε αρκετά ψηλά στη διοικητική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο πρώτος ρωσο-οθωμανικός πόλεμος το 1710-1711, που έληξε με νίκη των Οθωμανών, είχε ως αποτέλεσμα ο ηγεμόνας της Μολδαβίας, Δημήτριος Καντεμίρ, να κατηγορηθεί για προδοσία και να διαφύγει σε ρωσικό έδαφος. Ο ηγεμονικός θρόνος της Μολδαβίας δόθηκε τότε στο Νικόλαο Μαυροκορδάτο, γιο του Μεγάλου Διερμηνέα της Πύλης, Αλέξανδρου του «εξ απορρήτων». Από το 1711 οι Φαναριώτες θα διατηρήσουν υπό το συνεχή έλεγχό τους το θρόνο της Μολδαβίας και από το 1716 της Βλαχίας. Η επανάσταση του 1821 θα σημάνει το τέλος της παρουσίας των Φαναριωτών στις θέσεις των ηγεμόνων.


Η πολιτική ιδεολογία των Φαναριωτών
Σε αντίθεση με ό,τι γραφόταν παλαιότερα, οι Φαναριώτες δεν ήταν οπαδοί του ιδεώδους της «φωτισμένης δεσποτείας». Αντιθέτως, η ιδεολογία τους κινείτο γύρω από μια ρεαλιστική αποτίμηση της πραγματικότητας. Η ειλικρινής πίστη στη νομιμοφροσύνη και την υποταγή στους Οθωμανούς ήταν η αφετηρία της πολιτικής δράσης τους. Ως εκ τούτου, η συνεργασία με την κρατική εξουσία ήταν το μείζον θέμα, σύμφυτο με το ένστικτο της επιβίωσης. Η έκφανση αυτή της πολιτικής βάσης ήταν η ακούσια ανάπτυξη
μιας θεωρίας πολιτικής προσαρμογής, η οποία είχε ως βάση τη συνεργασία με την πολιτική εξουσία και ως παραμέτρους την άσκηση πολιτικής κατευνασμού και της εκμετάλλευσης με ευφυή τρόπο των αδυναμιών του
αντιπάλου, προκειμένου να πετύχει το μέγιστο ευεργετικό αποτέλεσμα.
θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι οι Φαναριώτες αναφορικά με την πολιτική ταυτότητά τους κινούνταν με βάση ένα δίπολο: ως προς το παρελθόν με τον ευσεβή οικουμενικό χριστιανικό λαό και ως προς το παρόν με την οθωμανική ταυτότητα.
Έναντι του εθνικού προβλήματος και της Επανάστασης του 1821 η στάση των Φαναριωτών κρίνεται ως υποτονική. Στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα και στον «Ρωσοαγγλογάλλο» και στην «Ελληνική Νομαρχία» οι Φαναριώτες θα καταγγελθούν ως εχθροί της ελευθερίας και της επανάστασης. Αυτή η στάση που διαμορφώθηκε σταδιακά στην κοινωνία θα οδηγήσει και τους Φιλικούς να διατηρήσουν μια επιφυλακτική στάση έναντι των Φαναριωτών. Από τους ελάχιστους Φαναριώτες που μυήθηκαν πριν από το 1821 στη Φιλική Εταιρεία ξεχωρίζουν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης – ο οποίος, πάντως, βρισκόταν στη Ρωσία από χρόνια – και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Αντίθετα, αξιόλογος αριθμός Φαναριωτών εντάχθηκαν στον Αγώνα αμέσως μετά την έκρηξή του.
Αυτή ήταν μία προσπάθεια συνοπτικής παρουσίασης της θέσης των Ελλήνων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και κυρίως όσων μπορούσαν να διασφαλίσουν μια καλύτερη θέση για τον Ελληνισμό.


Ευάγγελος Χιώτης
Ιστορικός

Κοινοποίηση:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Εγγραφείτε στο μηνιαίο newsletter μας

Για να μαθαίνετε τα νέα του σχολείου μας και τα τελευταία ενδιαφέροντα άρθρα του HEAculture