Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα: Τέταρτο μέρος

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Rule Britannia! Η ιστορική συνάντηση με τη νεωτερικότητα

‘Όταν η Βρετανία πρώτη, με εντολή του Ουρανού, ανέτειλε από το γαλάζιο Του, αυτή ήταν η χάρτα της γης της και άγγελοι τραγουδησαν αυτό τον σκοπό: Κυβέρνα Βρετανία! Βρετανία κυβέρνα τα κύματα! Οι Βρετανοί δεν θα γίνουν ποτέ σκλάβοι!’

Αν ανατρέξουμε στις πηγές της νεωτερικότητας θα δούμε ότι τα πρώτα της γεγονότα, αυτά που τη γέννησαν και την έφεραν στον κόσμο μας, είναι η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση, η εδραίωση του κοινοβουλευτισμού και της έμμεσης δημοκρατίας, η Επιστημονική Επανάσταση, ο Διαφωτισμός και η Βιομηχανική Επανάσταση – περίπου με αυτή τη χρονική σειρά από τις αρχές του 16ου αι. στα τέλη του 18ου. Ας ξεκινήσουμε ανάποδα. Η Βιομηχανική Επανάσταση είναι μια πραγματικότητα που γεννιέται στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αι., όταν ο Ιάκωβος Βατ (1736-1819) επινόησε και άρχισε να δουλεύει πάνω στην ατμομηχανή από το 1763 ως περίπου το 1775. Περίπου έναν αιώνα νωρίτερα ήταν το φιλοσοφικό έργο του Άγγλου φιλοσόφου Ιωάννη Λοκ (1632-1704) αυτό που θεωρείται γενικά ότι αποτέλεσε την αρχή του Διαφωτισμού. Την ίδια περίοδο, σε πλήρη σύμπνοια με τις ιδέες του Λοκ, περιοριζόταν δραστικά η βασιλική απολυταρχία με την περίφημη Ένδοξη Επανάσταση (1688-1689), όταν ο βασιλιάς Ιάκωβος Β΄ Στιούαρτ (β. 1685-1688) παραβίαζε το ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ προσπαθώντας να αγνοήσει το Κοινοβούλιο και να επιβάλλει αυθαίρετα τις θελήσεις του. Ήταν τα γεγονότα αυτά που εδραίωσαν τον κοινοβουκευτισμό και την έμμεση δημοκρατία στη Γηραιά Αλβιόνα και η νομοθετική εξουσία έφευγε από τα χέρια του βασιλιά και περνούσε στον έλεγχο του κοινοβουλίου. Όταν το 1721 ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ (β. 1714-1727) διόρισε τον Ρόμπερτ Γουόλπολ (1676-1745), αρχηγό του κόμματος της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αυτού των Ουΐγων, ως πρώτο πρωθυπουργό της ιστορίας του βασιλείου, η πραγματική εκτελεστική εξουσία έφευγε – και αυτή – από τα χέρια του μονάρχη και περνούσε σε αυτά του αιρετού, από τη Βουλή, πρωθυπουργού. Λίγο πριν ξεσπάσει η Ένδοη Επανάσταση, το 1686 στο Λονδίνο, εκδιδόταν ένα έργο που επρόκειτο να αλλάξει τον τρόπο που σκέπτονταν οι άνθρωποι για πάντα: ήταν οι Μαθηματικές Αρχές Φυσικής Φιλοσοφίας του Ισαάκ Νεύτωνα (1642-1726/7), έργο με το οποίο ξεκίνησε αυτό που ονομάστηκε Επιστημονική Επανάσταση και διαμόρφωσε τις επιστήμες όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Αν και η Θρησκευτική Μεταρρύθμιση ξεκίνησε από τη σπαρασσόμενη Γερμανία, ήταν στην Αγγλία που για πρώτη φορά ένας ηγεμόνας, ο Ερρίκος Η΄ (β. 1509-1547) αποκοπτόταν από τον έλεγχο της Εκκλησίας και απελευθέρωνε τον τρόπο σκέψης των Βρετανών, γεγονός που στοίχισε βέβαια στους διαδόχους του την απόλυτη εξουσία που θεμελιωνόταν στην Εκκλησία.

Η μικρή αυτή αναδρομή δείχνει με ενάργεια ότι βασικός παράγοντας γένεσης και εξέλιξης της νεωτερικότητας ήταν η περίφημη Αγγλία που εξελίχθηκε έτσι σε υπερδύναμη και μια κραταιά αυτοκρατορία με κτήσεις και στα δύο ημοσφαίρια του πλανήτη. Έτσι, η Βρετανία δεν κυβέρνησε μόνο τα κύματα, αλλά και πολλά περισσότερα και σημαντικότερα. Οι άλλες ευρωπαϊκές περιοχές ακολούθησαν το παράδειγμά της, έφτιαξαν τη δική τους νεωτερικότητα ή συνέβαλλαν στη διαμόρφωση της νεωτερικότητας με τον δικό τους τρόπο. Δεν νοείται νεωτερικότητα χωρίς τους Γάλλους φιλοσόφους του 18ου αι. και τη Γαλλική Επανάσταση, χωρίς την πεφωτισμένη δεσποτεία όπως εκφράστηκε από τον αυτοκράτορα Πέτρο Α΄ τον Μέγα (β. 1686-1725) στη Ρωσία και τον βασιλιά Φρειδερίκο Β΄ τον Μέγα (β. 1740-1786) στην Πρωσία, χωρίς τον γερμανικό ιδεαλισμό και τον ρομαντισμό, χωρίς τις φιλελεύθερες επαναστάσεις του 1848, την ‘Άνοιξη των Λαών’, χωρίς τα εθνικά κινήματα που διαμόρφωσαν τον χάρτη των συγχρόνων εθνών-κρατών. Δεν αποτελεί λοιπόν η νεωτερικότητα βρετανική αποκλειστικότητα. Αποτελεί απλώς βρετανική πρωτοπορία.

Εκείνο όμως με το οποίο η Βρετανία συνδέθηκε στενότερα από οτιδήποτε άλλο – και στο οποίο όσες ευρωπαϊκές χώρες θέλησαν να λέγονται μεγάλες – προσπάθησαν να τη μιμηθούν ήταν η αποικιοκρατία. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι με τον όρο ‘αποικιοκρατία’ δεν εννοούμε τον αποικισμό, τη διαδικασία δηλαδή των ανακαλύψεων του 15ου αι. και των αποικιών που οι δύο πρώτες θαλάσσιες ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Ισπανία και η Πορτογαλία, δημιούργησαν. Ως αποικιοκρατία ορίζεται το φαινόμενο εκείνο της αποικιακής επέκτασης που εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου και κυρίως στις αρχές του 19ου αι., όταν η Βιομηχανική Επανάσταση και η εγκαθίδρυση του εργοστασιακού συστήματος στην Ευρώπη απαιτούσε συνεχώς νέες πρώτες ύλες για τη βιομηχανία. Η αποικιακή εξάπλωση οδήγησε παράλληλα σε ένα σκληρό αποικιακό ανταγωνισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προσπαθούσαν να επεκτείνουν τις αποικίες τους για να αυξήσουν τη βιομηχανική τους παραγωγή και να επιτύχουν μια όλο και μεγαλύτερη ποικιλία παραγομένων αγαθών. Αυτό σήμαινε ότι τεράστιες περιοχές στην Ασία και την Αφρική τέθηκαν υπό τον έλεγχο κυρίως της Βρετανίας που κυβερνούσε τα κύματα, αλλά και της Γαλλίας, όπως και των χωρών που δημιουργήθηκαν μέσα από τις φιλελεύθερες εθνικές επαναστάσεις του 19ου αι., της Ιταλίας (που ιδρύθηκε το 1861, παρά τις αντιρρήσεις της Αυστρίας) και της Γερμανίας (που ιδρύθηκε το 1871, παρά τις αντιρρήσεις όχι μόνο της Αυστρίας, αλλά και της Δανίας και της Γαλλίας). Οι παραδοσιακές αυτοκρατορίες, όπως η αυστριακή και η οθωμανική, αρνήθηκαν να εκβιομηχανιστούν και παραδόθηκαν στην καθυστέρηση, στην οπισθοδρόμηση και στην αναπόφευκτη παρακμή και διάλυση. Μόνο η ρωσική αυτοκρατορία προσπάθησε να εκβιομηχανιστεί κατόπιν εορτής και το μόνο που κατάφερε ήταν να καταρρεύσει, ενώ την εξουσία αναλάμβαναν οι μπολσεβίκοι.

Η αποικιοκρατία δημιούργησε δύο βασικά είδη ανθρώπου. Από τη μια ήταν ο αποικιοκράτης, ο Ευρωπαίος λευκός άνθρωπος που εισέβαλλε σε ξένες περιοχές κυρίαρχος και εκμεταλλευτής των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους, έχοντας μάλιστα την πεποίθηση ότι οφελούσε τους κατοίκους τους, οι οποίοι, πρωτόγονοι, άξεστοι και βάρβαροι καθώς ήταν, είχαν τη μοναδική ευκαιρία να εκπολιτιστούν, αφού η νεωτερικότητα, ο αιώνας των φώτων, γέμιζε με φως το πιχτό χειροπιαστό σκοτάδι της μίζερης ζωής τους. Ο αποικιοκράτης ήταν αδιάλλακτος αλαζόνας. Ο δεύτερος τύπος ανθρώπου ήταν ο αποικιοκρατούμενος, ο λευκός ή κίτρινος Ασιάτης ή ο μαύρος Αφρικανός που υφίστατο τη βίαιη εισβολή στην πατρίδα του, υπόδουλος και αντικείμενο στυγνής εκμετάλλεσης που έχανε τον έλεγχο της ίδας της γης του και δεν κατανοούσε για ποιο λόγο, όταν τολμούσε να αντιδράσει και η αντίδρασή συντριβόταν βάναυσα, ο ξένος αφέντης του τον θεωρούσε αχάριστο. Ο αποικιοκρατούμενος ήταν εξευτελισμένος δούλος. Αν κατέληγε πληρωμένος υπηρέτης στα σπίτια των ξένων κυριάρχων της πατρίδας του, ένιωθε απύθμενη ευγνωμοσύνη. Η περιγραφή αυτή, όσο υπερβολική και αν ακούγεται είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα που έζησαν οι άνθρωποι του 19ου και του 20ου αι. όσο η αποικιοκρατία παρέμενε κινητήριος μοχλός των ιστορικών εξελίξεων.

Ο αποικιοκράτης ήταν λοιπόν ο Βρετανός νεωτερικός άνθρωπος, του οποίου το πρότυπο οι άλλοι αποικιοκράτες προσπαθούσαν να μιμηθούν. Ο Διαφωτισμός, οι επιστήμες και ο πολιτισμός της νεωτερικότητας γενικά αποτελούσαν την κουλτούρα του αποικιοκράτη. Μαζί του, οι πνευματικές αυτές αξίες, εισέβαλλαν στις αποικιοκρατούμενες χώρες. Δεν εισέβαλλαν όμως και άλλες αξίες, όπως η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός και η ιδέα περί φυσικών δικαιωμάτων. Οι αποικιοκρατούμενοι αντιμετωπίζονταν ως υποδεέστεροι, πολλές φορές, όπως στην περίπτωση των μαύρων της Αφρικής, ως όντα που ομοίαζαν με ανθρώπους χωρίς στην πραγματικότητα και να είναι. Οι διαφωτιστές φιλόσοφοι και οι περίφημοι Ευρωπαίοι επιστήμονες συνηγορούσαν στις απόψεις αυτές και δικαιολογούσαν τις βάναυσες συμπεριφορές των συμπατριωτών τους με το επιχείρημα ότι οι πρωτόγονοι και οι άξεστοι έπρεπε πρώτα να μορφωθούν, να εκπαιδευτούν και με την πάροδο των αιώνων να κατανοήσουν τη σημασία της δημοκρατίας και να την αποδεχθούν. Ο Ευρωπαίος που είχε ολοκληρώσει την πορεία αυτή ήταν και ο κατάλληλος δάσκαλος. Ο Ιανός έδειχνε για μια ακόμη φορά στο έδαφος των αποικιών το διπλό πρόσωπό του. Η δίψα για γνώση και μάθηση συμβάδιζε με την αλαζονία και τα συμπλέγματα ανωτερότητας. Τα φυσικά δικαιώματα και τα δικαιώματα του πολίτη συμπορεύτηκαν με την εκμετάλλευση και την υποδούλωση.

Αντίστροφα, οι αποικιοκρατούμενοι ανέπτυξαν αντίστοιχη διπλή στάση. Θαύμασαν τα όπλα των αποικιοκρατών, την ευκολία με την οποία συνέτριβαν την αντίστασή τους, τον τρόπο ζωής των κυρίων τους, τα ενδύματά τους, τη μόρφωσή τους, τη γλώσσα τους κ.λπ. Πολλοί από αυτούς μπήκαν στον κόπο να αποκτήσουν αυτή την περίφημη μόρφωση και διάβασαν τα έργα των Ευρωπαίων διανοουμένων. Κανείς ίσως δεν έγραψε τέτοιους διθυράμβους για την ευρωπαϊκή κλασική φιλοσοφία και λογοτεχνία όσο ο ιδιοφυής Ιάπωνας λογοτέχνης. Ταυτόχρονα οι αποικιοκρατούμενοι έτρεφαν βαθειά απέχθεια για τους εκμεταλλευτές τους, διψούσαν για εκδίκηση, αναζητούσαν στη δική τους παράδοση την πηγή της ανανέωσης, του δυναμισού που θα ενέπνεε τον λαό και θα οδηγούσε από την υποδούλωση και την ταπείνωση στη δόξα και στην ελευθερία. Ο θαυμασμός λοιπόν συμβάδιζε με την απέχθεια και τα συμπλέγματα κατωτερότητας.

Πράγματι, η αποικιοκρατία εκμεταλλεύθηκε ολόκληρους λαούς και απομύζησε τον πλούτο τεραστίων εκτάσεων. Οποτεδήποτε ένας λαός αντιδρούσε αντιμετώπιζε την ισχύ του αποικιοκράτη, τον στόλο των κανονιοφόρων που βομβάρδιζαν τον εξεγερμένο λαό ως την υποταγή του. Η επέμβαση του στόλου μεταφράστηκε πολλές φορές σε διά ξηράς εκστρατείες που οδήγησαν ολόκληρους λαούς στην υποδούλωση. Όποτε νέες εξεγέρσεις προέκυπταν, νέες κανονιοφόροι στέλνονταν για να τις καταπνίξουν. Το φαινόμενο έγινε τόσο συνηθισμένο που ονομάστηκε τελικά ‘πολιτική των κανονιοφόρων’. Όποιος αμφισβητούσε τους αποικιοκράτες έπρεπε να έρθει αντιμέτωπος με τα κανόνια των πλοίων τους. Οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου που είχαν κατορθώσει να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους από τους Οθωμανούς σουλτάνους αντέδρασαν στις βρετανικές προσπάθειες ελέγχου της χώρας τους και είδαν την Αλεξάνδρεια να βομβαρδίζεται και να αποβιβάζονται σε αυτήν οι βρετανικές δυνάμεις που κατέστησαν τη χώρα τους υπόδουλη του βρετανικού στέμματος. Η Βρετανία έβλεπε την Αίγυπτο ως χώρα που θα τις έδινε την ευκαιρία να αποφύγει τον περίπλου της Αφρικής και να φθάσει γρηγορότερα και ασφαλέστερα στον Ινδικό και στον Ειρηνικό Ωκεανό. Οι υπερήφανοι Ινδοί εξεγέρθηκαν πολλάκις, αλλά ταπεινώθηκαν από όλο και μεγαλύτερες βρετανικές δυνάμεις που έφερναν οι κανονιοφόροι στην πατρίδα τους για να τους ταπεινώσουν και να τους υποδουλώσουν. Η Ινδία αποτελούσε τη μεγαλύτερη πηγή πρώτων υλών και μπαχαρικών για τη Βρετανία, η οποία ήλεγχε έτσι μια σειρά από μονοπώλια. Η άλλοτε πανίσχυρη Κίνα, το λίκνο ενός από τους επληκτικότερους πολιτισμούς που γνώρισε η ιστορία, είδε τον στόλο της να εκρύγνηται σαν από χαρτί όταν επέπεσαν πάνω του οι βρετανικές κανονιοφόροι και οι Βρετανοί έμπαιναν με αλαζονία στην ουράνια πόλη, το Πεκίνο, και πατούσαν με ασέβεια την Απαγορευμένη Πόλη, το αυτοκρατορικό ανάκτορο, αρνούμενοι να προσκυνήσουν τον αυτοκράτορα, τον γιο του Ουρανού. Η ήττα ακολουθούνταν από τον φοβερό και ανήκουστο εξευτελισμό ενός προαιώνιου πολιτισμού. Η Βρετανία, που κυβερνούσε τα κύματα, δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι το τσάι, τόσο απαραίτητο για την απογευματινή τελετουργία κάθε αστού Βρετανού, και το μετάξι που λάτρευαν οι αριστοκράτες τους θα πληρώνονταν σε χρυσό και ασήμι και θα έφερναν ζημιές στο βρετανικό ισοζύγιο. Έπρεπε να πωλήσουν ναρκωτικό όπιο, στο οποίο εθίζονταν οι Κινέζοι και με απόγνωση αναζητούσαν, για να ισορροπήσουν τις ζημιές. Κάθε προσπάθεια της κινεζικής κυβέρνησης να σταμτήσει το εμπόριο του ναρκωτικού έπρεπε να συντριβεί. Η Κίνα ηττήθηκε και υποχρεώθηκε να παίρνει το ναρκωτικό, να διαφθείρεται, να παρακμάζει και να καταστρέφεται, επειδή ο οικονομικός φιλελευθερισμός είχε πάρει διαζύγιο από κάθε έννοια ηθικής. Ακόμη και πουριτανοί ηθικολόγοι Βρετανοί πολιτικοί που διαμαρτύρονταν για την κατάσταση αυτή, ακολούθησαν ακριβώς την ίδια πολιτική όταν υπουργοποιήθηκαν και είδαν τα κέρδη από το εμπόριο του ναρκωτικού να συσσωρεύονται στα ταμεία (ο πουριτανισμός συμβαδίζει με την υποκρισία). Οι Αιγύπτιοι στράφηκαν στο Ισλάμ για να αντιδράσουν, να διώξουν τους αποικιοκράτες και να ελευθερωθούν. Οι Ινδοί επαναστάτησαν τοποθετώντας τον Ινδουϊσμό στο προσκήνιο του αγώνα τους. Και μόνο οι Κινέζοι χρησιμοποίησαν τη νεωτερικότητα για να κτυπήσουν τη νεωτερικότητα. Ήταν ο κομμουνισμός του Μάο Τσε Τουνγκ που εκπαραθύρωσε την αποικιοκρατία.

Η ελληνική περίπτωση δεν βρίσκεται μακριά από τα παραπάνω παραδείγματα. Αν και δεν αποτέλεσε ποτέ αποικία με τη στενή έννοια του όρου, αποτέλεσε αναπόσπαστο κομμάτι του αποικιοκρατικού φαινομένου. Βρετανοί τραπεζίτες δάνεισαν την προσωρινή κυβέρνηση των επαναστατημένων Ελλήνων και η βρετανική κυβέρνηση, διοασπώντας την Ιερά Συμμαχία και διασφαλίζοντας τους δανειστές, επενέβη για πρώτη φορά υπέρ των επαναστατών. Η βρετανική πρωτοβουλία οδήγησε τελικά τον ενωμένο βρετανικό, γαλλικό και ρωσικό στόλο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, όπου ο μέχρι τότε νικητής Ιμπραήμ πασάς ηττήθηκε και αναγκάστηκε να αποσυρθεί. Το 1830 οι τρείς δυνάμεις, ερήμην των Τούρκων και των επαναστατημένων Ελλήνων, αποφάσιζαν ότι η Ελλάδα θα ήταν ένα μικρό καχεκτικό κρατίδιο πολιτικά και οικονομικά ελεγχόμενο από αυτούς. Η Ελλάδα ήταν λοιπόν ένα είδος αποικίας, καθώς τα οικονομικά της ελέγχονταν μέσω δανείων και η μείζοντες πολιτικές αποφάσεις που την αφορούσαν λαμβάνονταν στο εξωτερικό. Όταν η χώρα προσπάθησε να ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική και να υποστηρίξει τη Ρωσία στο Κριμαϊκό Πόλεμο, είδε τις βρετανογαλλικές κανονιοφόρους να βομβαρδίζουν τον Πειραιά. Όταν ένας άθλιος τοκογλύφος, ένας φθηνός απατεώνας, ο εβραιοπορτογαλικής καταγωγής Βρετανός υπήκοος Πατσίφικο έβλεπε το σπίτι του να καίγεται από τους Έλληνες αλήτες οφειλέτες του, η ελληνική κυβέρνηση έβλεπε, με τη σειρά της, έκπληκτη τις βρετανικές κανονιοφόρους να βοβαρδίζουν και πάλι το επίνειο της πρωτεύουσας απαιτώντας να ικανοποιηθεί ο Βρετανός υπήκοος με υπέρογκες αποζημιώσεις που όφειλε να πληρώσει το ελληνικό δημόσιο όχι μόνο στον αδικηθέντα απατεώνα, αλλά και στο θιγμένο βρετανικό κράτος. Όταν ο άφρων αλυτρωτισμός οδήγησε την ελληνική πολιτική ηγεσία στη φοβερή ήττα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η προέλαση του τουρκικού στρατού εμποδίστηκε από τις δυνάμεις, αφού δεν ήταν δυνατό να αφήσουν το κράτος που ήταν βαθειά χρεωμένο σε αυτούς και είχε ήδη πτωχεύσει να πέσει στα χέρια των Οθωμανών. Η ελληνική οικονομία έπεσε όμως σε Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και όλα τα έσοδα από τις βασικές ελληνικές εξαγωγές εισπράττονταν από τους δανειστές.

Η αλαζονία με την οποία συμπεριφέρθηκαν οι φορείς της νεωτερικότητας δεν έχει σε τίποτε να ζηλέψει από την αλαζονία που έδειξαν προς την ταλαίπωρη Κίνα. Για τη Βρετανία η Ελλάδα δεν αποτελούσε παρά ένα αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης μέσω δανεισμού, το οποίο δεν έχανε την ευκαιρία να ταπεινώνει μέχρι εξευτελισμού. Και ο Έλληνας αποικιοκρατούμενος, από την άλλη, έδειχνε τα ίδια συμπτώματα θαυμασμού και αντίδρασης, συμπλεγμάτων κατωτερότητας δηλαδή, όπως κάθε αποικιοκρατούμενος της εποχής του. Όπως ο Ινδός και ο Αιγύπτιος αποικιοκρατούμενος, έτσι και ο Έλληνας στράφηκε στην Ορθοδοξία για να πάρει δυνάμεις και να αντιδράσει στον εξευτελισμό του: “Έλληνες για να ρίχνουμε στάχτη στα μάτια του κόσμου, πραγματικά Ρωμιοί’, έγραφε ο Κωστής Παλαμάς. Δεν θα επεκταθούμε σε ιστορικές λεπτομέρειες. Αν θέλουμε όμως να δούμε την καταγωγή της συνάντησης της Ορθοδοξίας με τη νεωτερικότητα και της σχετικής συζήτησης που προέκυψε στην Ελλάδα, όπως είδαμε στο πρώτο κείμενο αυτής της σειράς, πρέπει να πάμε πίσω στον 19ο αι. και στη σύγκρουση του Παπαδιαμάντη με τους λογοτέχνες της εποχής του που ασκούσαν δριμεία κριτική στο έργο του, στη σύγκρουση Εφταλιώτη – Πολίτη, στην οποία ο Παλαμάς πήρε το μέρος του πρώτου, στη σύγκρουση των ‘φραγκοφορεμένων’ με τους ‘φουστανελάδες’, ακόμα και στη σύγκρουση πολιτικών και οπλαρχηγών κατά τη διάρκεια της επανάστασης ή και στη σύγκρουση των θιασωτών του γαλλικής έμπνευσης Νεοελληνικού Διαφωτισμού με τους συντηρητικούς λογίους της Εκκλησίας.

Ασφαλώς το κείμενο αυτό δεν θα πάρει θέση στη σύγκρουση, γιατί ακριβώς προσπαθεί να βγει από τη λογική αυτή που ακόμα μας κατατρέχει – πράγμα που αποδεικνύει ότι δεν έχουμε ξεπεράσει τα συμπλέγματα κατωτερότητας του αποικιοκρατούμενου – και να δει τα πράγματα σε μια καινούργια οπτική σε πλήρη επαφή με την παγκόσμια ιστορία και τη σύγχρονη παραγματικότητα. Και της πρώτης είμαστε αναπόσπαστο τμήμα και της δεύτερης. Υπό το πρίσμα όσων εξετάσαμε εδώ περιοριζόμαστε μόνο στην παρατήρηση ότι αν κατηγορήσουμε την Ορθοδοξία γιατί δεν μπόρεσε να συναντηθεί με τη νεωτερικότητα, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η νεωτερικότητα ίσως να ήταν κάτι σπουδαίο και προοδευτικό, αλλά ήταν ταυτόχρονα κάτι φοβερό και αποτρόπαιο. Ήταν ένας Ιανός. Παραμένει Ιανός. Για τους αποικιοκρατούμενους Έλληνες του 19ου αι. η νεωτερικότητα ήταν ένα πικρό χάπι που βίαια έπαιρναν και σήμαινε τον εξευτελισμό τους, ενώ η Ορθοδοξία ήταν το γνώριμο σπίτι τους στο οποίο έβρισκαν θαλπωρή.

Η θεώρηση που θέλει την Ορθοδοξία προνεωτερική οπισθοδρόμηση υπεύθυνη για όλα τα δεινά και τη νεωτερικότητα τη μόνη ελπίδα για πρόοδο είναι ασφαλώς υπεραπλουστευτική. Ο γράφων δεν διαγράφει από τη μνήμη του ένα απύθμενης αφέλειας κείμενο του Νίκου Δήμου που ακολουθώντας τη λογική της σύγκρουσης που περιγράψαμε παραπάνω παρουσίασε στην πλευρά της νεωτερικότητας όλα τα φωτεινά πνεύματα της Ελλάδας του 19ου και του 20ού αι., όπως ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Κώστα Καρυωτάκης και ο Μάνος Χατζηδάκις. Παρέλειπε όμως να κατονομάσει τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Κωστή Παλαμά ή τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Φώτη Κόντογλου και τον Δημήτρη Πικιώνη στην αντίθετη πλευρά. Ακόμα περισσότερο τοποθετούσε στην ‘παράταξή’ του τον Οδυσσέα Ελύτη, ένα ποιητή που άσκησε κριτική στη νεωτερικότητα όσο κανένας στη γενιά του.

      

Αντίθετα από ό,τι γράφεται η Ορθοδοξία συναντήθηκε με τη νεωτερικότητα με τρόπο αρνητικό αλλά και θετικό. Με τρόπο θετικό οι διανοούμενοι που την έβλεπαν θετικά έστησαν διάλογο με τη νεωτερικότητα, συχνά κριτικό, αλλά πάντως δημιουργικό. Η Ορθόδοξη διανόηση συζήτησε με το ένα πρόσωπο του Ιανού και πρόσφερε δημιουργική και εποικοδομητική κριτική με το άλλο. Με τρόπο αρνητικό η Ορθοδοξία φάνηκε να γυρίζει την πλάτη στο φωτεινό πρόσωπο του Ιανού και να χαμογελά στο σκοτεινό του πρόσωπο. Την πρώτη περίπτωση θα δούμε στη συνέχεια. Η δεύτερη περίπτωση θα αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικής διαπραγμάτευσης.

Συνεχίζεται

Λάμπρος Ψωμάς

Εκπαιδευτικός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *