Όταν η δημοκρατία συνάντησε την ελευθερία

Όταν η δημοκρατία συνάντησε την ελευθερία

«[R]ight action is freedom

From past and future also.

For most of us, this is the aim

Never here to be realised.»

T.S. Eliot, The Dry Salvages

Πολλές φορές συζητώντας για την ελευθερία, καταλήγουμε να την ταυτίζουμε με τη δημοκρατία. Άλλες φορές, αναφέροντας τη δημοκρατία, τονίζουμε ότι ακρογωνιαίος λίθος της είναι η ελευθερία. Τι είναι, όμως, η ελευθερία και ποια η ιστορική σύνδεσή της με τη δημοκρατία; Μήπως αυτή η εννοιολογική ταύτιση των δύο όρων μάς εμποδίζει να κατανοήσουμε τις πραγματικές δυναμικές που προσφέρονται στον άνθρωπο όταν ζει μέσα σε ελευθερία;

Όπως είναι συνηθισμένο, μια ιστορική αναδρομή δεν μπορεί παρά να ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα. Στην εξαιρετική μονογραφία, «Από την αρχαία ελληνική πόλιν στη Βυζαντινή οικουμένην» (Αθήνα: Αρμός, 2005) η Ζωή Αντωνοπούλου – Τρεχλή ανιχνεύει την ιστορική σύνδεση ανάμεσα στους δύο όρους. Αναπάντεχα ίσως, η ερευνήτρια τονίζει ότι η κεντρική ιδέα που διέπει την αρχαία ελληνική σκέψη είναι αυτή της μοίρας/ειμαρμένης, όχι της ελευθερίας· μια αιτιοκρατία η οποία εμφαντικά παρουσιάζει την άρρηκτη σύνδεση αιτίου-αποτελέσματος, αφού κάθε πράξη έχει αναπόφευκτες και απρόβλεπτες συνέπειες σε βάθος χρόνου. Οι πράξεις, όμως, ορίζονται και προκαλούνται από εξωγενείς, προς τον άνθρωπο, παράγοντες (π.χ θεοί). Οι αρχαίοι μύθοι (η γενιά του Ατρείδη αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα) και τα ομηρικά έπη περιγράφουν το άτομο ως έρμαιο της μοίρας του, εκτεθειμένο αναπόδραστα στα καπρίτσια των θεών (= φυσικές, βιολογικές δυνάμεις): «ἑκάστω μοῖραν ἔθηκαν ἀθάνατοι θνητοῖσιν ἐπί ζείδωρον ἄρουραν» (Οδύσσεια, Τ 590). Το αρχαίο θέατρο έδωσε πλήρη έκφραση στον τρόπο που (τουλάχιστον) οι Αθηναίοι του 6ου-5ου αι. π.Χ κατανοούσαν τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο,  και οι μεγάλοι τραγικοί της αρχαίας Αθήνας μόνο μπόρεσαν να σκιαγραφήσουν τη ζωή του ανθρώπου ως πορεία που έχει ήδη προκαθοριστεί από δυνάμεις που τον ξεπερνούν: «ὅ,τι τοι μόρσιμον ἐστιν, τό γένοιτ’ αν, Διός οὐ παρβατός ἐστι μεγάλα φρῆν ἀπέραντος» (Αισχύλος, Αγαμέμνων, 1048). Οι Στωικοί, μάλιστα, ανέδειξαν την ειμαρμένη ως υπερκόσμια δύναμη, στο σημείο που ο Σενέκας να τονίσει ότι η μοναδική ελευθερία του ατόμου έγκειται στο αν οικειοθελώς θα ακολουθήσει τη μοίρα του ή αν θα πληρώσει το τίμημα της αντίστασης εναντίον της (ducunt volentem fata, nolentem trahunt. Epistulae morales ad Lucilium, 107.11.5). Δεν μπορώ να εντοπίσω στον Πλάτωνα την έννοια της ελευθερίας παρά μόνο να αναφέρω το σημείο στην Πολιτεία Ι (μύθος του Ηρός) όπου, νομίζω, ότι έμφαση δίνεται στην αξία της παιδείας, της φιλοσοφίας και της εναρμόνισης με την κοσμική τάξη, παρά στην ανάδειξη της ελευθερίας ως αγαθού (αν και αναδεικνύεται η έννοια της ατομικής ευθύνης ως προς την ηθική πράξη).

Πώς εξηγείται, λοιπόν, η εμφάνιση της δημοκρατίας σε έναν κόσμο, όπου κυβερνάται από την μοίρα; Η Αντωνοπούλου – Τρεχλή εξηγεί ότι σε αντίδραση στην ασφυκτική παρουσία της μοίρας στο φυσικό, βιολογικό και ιστορικό γίγνεσθαι, ο άνθρωπος προσπάθησε σταδιακά να εξουσιάσει τον μικρό κόσμο του (η λέξη μικρόκοσμος είναι μεσαιωνικής καταγωγής), τον πολιτικό βίο· προσπάθησε να θέσει υπό τον έλεγχό του τη ζωή εντός του τείχους της πόλης. Οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές (Α´ αποικισμός, σταδιακή αύξηση εμπορίου) που ακολούθησαν τις γεωγραφικές αναστατώσεις (εισβολές και μετακινήσεις) της Γεωμετρικής εποχής οδήγησαν τον άνθρωπο να προσπαθήσει να ρυθμίσει ο ίδιος τον βίο του εξισώνοντας τη συμμετοχή του στην άμυνα της πόλης του με τη συμμετοχή του στον πολιτικό βίο της πόλης του (οπλίτης, πολίτης). Η εμφάνιση νέων κοινωνικών ομάδων (αριστοκράτες, έμποροι και βιοτέχνες) που απαίτησαν νομή στην εξουσία, και η αντίδραση των πολιτών στα κοινωνικά δεινά της εποχής (δουλεία, χρέη) σιγά-σιγά οδήγησαν στον εκδημοκρατισμό των πολιτειακών θεσμών.

Στην επόμενη σελίδα της ιστορίας κυριαρχεί η κοσμοκρατορία του Μεγ. Αλεξάνδρου που άνοιξε νέους ορίζοντες στους πολίτες, αλλά επέφερε την εξασθένιση της έννοιας της δημοκρατίας στις πόλεις. Οι προηγούμενοι εμφύλιοι ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις και η δημιουργία μιας αχανούς αυτοκρατορίας από τον Μεγ. Αλέξανδρο είχαν ως αποτέλεσμα ο άνθρωπος να κατανοήσει ξανά την μικρότητά του· για μια ακόμη φορά εξωγενείς παράγοντες καθόριζαν τη μοίρα του καθώς αποτελούσε πολίτη απέραντων αυτοκρατοριών, ενώ ο βίος του ρυθμιζόταν, πλέον, από τον πανίσχυρο ηγεμόνα. Δεν είναι τυχαίο ότι η στωική φιλοσοφία που επικεντρώθηκε στη μοιρολατρία, ήταν η φιλοσοφία που αναπτύχθηκε σημαντικά την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας· ή ότι η ερμηνευτική παράδοση που εμφανίστηκε κατά την εποχή της παρακμής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την οποία εισήγαγε (συμβατικά) ο Πλωτίνος (Νεοπλατωνισμός) πρέσβευε την πλήρη αποχή από τον πολιτικό βίο· το Πλατωνικό Καλό ή Αγαθό ταυτίστηκε με το Εν, μια τυφλή υπερβατική αρχή, χωρίς καμία αίσθηση της ύπαρξης του υλικού κόσμου.

Η χριστιανική εποχή (μετά το 325 μ.Χ) έφερε μια σημαντική εξέλιξη στη φιλοσοφία· από την μία ο άνθρωπος ερεύνησε σε βάθος την έννοια της αυτεξουσιότητας που ο Αριστοτέλης είχε περιορίσει στα ἐφ᾽ ἡμῖν και οὐκ ἐφ᾽ ἡμῖν, δηλαδή όσα ανθρώπινα χαρακτηριστικά (δεν) αποτελούν βιολογικές ανάγκες. Από την άλλη, το νεοπλατωνικό Εν και ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης ταυτίστηκε με έναν προσωπικό θεό, ο οποίος είναι απόλυτα ελεύθερος και μετακενώνει την ελευθερία του στην κτίση και τον άνθρωπο. Η ελευθερία του ανθρώπου ανάγεται σε απόλυτη αξία, αλλά διακρίνεται από την επιλογή· η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την απλή επιλογή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες εναλλακτικές, αλλά ορίζεται ως η δυνατότητα (και όχι ως δεδομένο) ο άνθρωπος να υπάρχει χωρίς να ταυτίζεται μόνο με τη βιολογική του ύπαρξη. Παρόμοια στοιχεία μπορούν να ανιχνευτούν και στη σκέψη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, βλ. M. Frede, A Free Will Origins of the Notion in Ancient Thought (Berkeley: University of California, 2011). Ωστόσο, στον χριστιανισμό η ελευθερία αποτελεί το κύριο συστατικό στοιχείο του ανθρώπου που τον καθιστά κοινωνό με τον Θεό, στο βαθμό που ο άνθρωπος μπορεί να κατορθώσει την ελευθερία, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό το ενδεχόμενο της αποτυχίας/αστοχίας.

Σε αυτό το σημείο θα μεταφερθούμε στη Δ. Ευρώπη, αφού η Οθωμανοκρατία δεν επέτρεψε την περαιτέρω εξέλιξη της σκέψης σχετικά με την ελευθερία. Στη Δ. Ευρώπη επικρατούσαν διαφορετικές οικονομικές, κοινωνικές και νομικές συνθήκες, με σημαντικότερη το φεουδαλιστικό σύστημα διακυβέρνησης και τις ποικίλες εκφάνσεις του ανά την Ευρώπη (π.χ Αγγλία και Γαλλία). Για παράδειγμα, στην Αγγλία εμφανίστηκε τον 17ο αιώνα ο κοινοβουλευτισμός (parliamentarians), ιστορικό προϊόν της διαμάχης ανάμεσα σε μονάρχη και τους υποτελείς του που ήδη διαφαινόταν από τον 13ο αιώνα (Magna Charta) ως απαίτηση περιορισμού των εξουσιών του φεουδάρχη/μονάρχη (χωρίς απεμπόλιση της μοναρχίας). Αντίθετα, στη Γαλλία η Γαλλική επανάσταση έθεσε την ατομική ελευθερία υπό την ύπαρξη της laïcité, της λαϊκής βούλησης για ατομική ελευθερία και παρουσίασε τη δική της εκδοχή του κοινοβουλευτισμού· ο άνθρωπος είναι ελεύθερος στο βαθμό που η λαϊκή βούληση του επιτρέπει, ενώ η ελευθερία του ορίζεται ως η εναρμόνιση της θέλησης και βούλησης με τη laïcité. Είναι η εποχή που ο Adam Smith θεμελίωσε την de facto ελευθερία του ανθρώπου στο γεγονός ότι υπάρχει (αυτοπροσδιορισμός) και τη συνέδεσε με την έννοια της αυτοδιάθεσης. Από την άλλη, ο Descartes θεμελίωσε την ελευθερία στην απόλυτη ελευθερία της σκέψης, αφού ο νους είναι ελεύθερος να αμφισβητήσει την ίδια την ύπαρξη. Έτσι, ο αγγλικός διαφωτισμός θα συντελέσει σταδιακά στον ορισμό της ελευθερίας ως φυσικό στοιχείο του να είσαι άνθρωπος (αυτοδιάθεση και αυτοπροσδιορισμός), ενώ ο γαλλικός διαφωτισμός θα θέσει το άτομο ως μοναδικό κριτήριο της ύπαρξης. (Αν και η διαχωριστική γραμμή που μπορεί να υπονοεί η πρότασή μου ίσως τελικά δεν είναι τόσο ξεκάθαρη).

Θα παραβλέψω αρκετά ιστορικά στοιχεία, προκειμένου να αναφερθώ στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (1948), όπου, οι ιστορικές συγκυρίες έφεραν μαζί τη laïcité, τον κοινοβουλευτισμό και την ελευθερία, στοιχεία τα οποία, πλέον, αποτελούν θεμέλια της δημοκρατίας· ελευθερία είναι η αβίαστη επιλογή, η αυτοδιάθεση και ο αυτοπροσδιορισμός ως έμφυτα δεδομένα που διασφαλίζονται και αναπτύσσονται σε περιβάλλον κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ας μου επιτραπεί ένα σχόλιο. Μήπως μπορούμε να διαβάσουμε τη Διακήρυξη με αρνητικό πρόσιμο; Μήπως, η Διακήρυξη ούτε ορίζει ούτε διασφαλίζει την ελευθερία, αλλά έχει ως πρωταρχικό σκοπό της την αποτροπή επανάληψης παρόμοιων φρικαλεοτήτων με αυτές του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου; Πώς από το σημείο αυτό, αλήθεια, θα μπορέσουμε να φτάσουμε στη σημερινή πραγματικότητα της εξαγωγής δημοκρατίας σε τριτοκοσμικές χώρες στο όνομα της ελευθερίας ακόμη και με τη χρήση βίας; Ας αφήσω αυτό το σημείο ασχολίαστο.

Προσπάθησα να δείξω ότι δημοκρατία και ελευθερία είναι όροι που ακολούθησαν διαφορετικούς ιστορικούς δρόμους, και στις απαρχές τους αποτέλεσαν απαντήσεις σε διαφορετικές ανθρώπινες ανάγκες και ανησυχίες. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν και πλέον ταυτίζονται. Μήπως, πρέπει να συνεχίζουμε να επανακαθορίζουμε τις έννοιες αυτές, προκειμένου να ανοιχτούν νέες προοπτικές; Ποια δυναμική για την ανθρώπινη κοινωνία, για παράδειγμα, θα σήμαινε η κατανόηση της ελευθερίας (εδώ ακολουθώ τον C.S Lewis), όχι με όρους επιλογής ανάμεσα σε εναλλακτικές, ούτε ως άσκηση φυσικών δικαιωμάτων, καθώς την ορίζουμε/ταυτίζουμε στα πλαίσια της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά ως αυτόβουλη αποχή από επιλογές και φυσικές ικανότητες/δυνατότητες, προκειμένου να συναντήσουμε τον «άλλο» και να συγκροτήσουμε κοινωνία (Derrida και Lacan);

Ευάγγελος Μπάρτζης

Θεολόγος

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *