“Μικροί Συγγραφείς” της Ε’ τάξης γράφουν φανταστικές ιστορίες (Α’ Μέρος)

Μαθητές και μαθήτριες της Ε’ Δημοτικού γίνονται “Μικροί Συγγραφείς” και με οδηγό τη φαντασία και την αγάπης τους για την Ελληνική γλώσσα φτιάχνουν μικρές ιστορίες, αναγνωστικής απόλαυσης.

Καλή ανάγνωση:

Το μυστικό του ναού του Ποσειδώνα
Δημήτρης Ζερβός - Μαθητής Ε' Δημοτικού HEA
Ένα ζεστό απόγευμα της 7ης Ιουλίου δύο αγόρια, ο Λευτέρης και ο Νικηφόρος, γύρω στα δεκατέσσερα ταξίδευαν παρέα με τον σκύλο τους. Το καράβι που τους μετέφερε πλησίαζε προς το λιμάνι του Πειραιά. Με το που άκουσαν το δυνατό σφύριγμα και τη φωνή του προσωπικού του πλοίου έτρεξαν να ετοιμάσουν τις αποσκευές τους, καθώς ο πραγματικός τους προορισμός ήταν το Σούνιο. Επομένως έπρεπε να βιαστούν. Αργότερα, το βράδυ στο Σούνιο από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου τους είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον ναό. Από πίσω του σαν φως φάρου φεγγοβολούσε το φεγγάρι και τον έκανε πάλλευκο.
Από εκεί άκουγαν τις κουκουβάγιες και τα τριζόνια σαν μια ορχήστρα. Νωρίς το πρωί ξεκίνησαν για το ναό του Ποσειδώνα, και ο Λευτέρης ρώτησε τον Νικηφόρο: –Πόσο δρόμο έχουμε κάνει για να δούμε αυτόν τον αξιοθαύμαστο ναό; -Σίγουρα αρκετό! Άλλα αξίζει τον κόπο, έτσι νομίζω. Για να σου πω την αλήθεια όμως νιώθω πως κάτι παράξενο μας περιμένει. Όταν έφτασαν στον ναό, εντυπωσιάστηκαν από το αρχαίο μνημείο. Κάποια στιγμή ,όμως παρατήρησαν μέσα σε κάτι θάμνους ένα σημείωμα. Αρχικά δεν έδωσαν σημασία σε εκείνο το χαρτί, αλλά η περιέργειά τους κυριάρχησε. Έσκυψαν και το μάζεψαν και τότε διάβασαν: «Β20Μ, Α70ο 30 ΒΗΜΑΤΑ, Δ20ο 20 ΒΗΜΑΤΑ»
-Και μετά; ρώτησε ο Νικηφόρος. Πού οδηγούν τα βήματα; Ποιος το έγραψε αυτό; -Τι κάνουμε τώρα; Ας προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε τα βήματα και μετά βλέπουμε. Κι έτσι άρχισαν να εκτελούν τις εντολές του ανώνυμου γρίφου. Δε τους πήρε πολύ ώρα να φτάσουν στο σημείο που με έκπληξη παρατήρησαν ένα αστραφτερό αντικείμενο. Σκούπισαν το χώμα και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Στα χέρια τους κρατούσαν ένα αρχαιολογικό θησαυρό, έναν χάλκινο μικρό ταύρο με αστραφτερά κέρατα.! -Το προαίσθημά μου ήταν αληθινό! φώναξε από χαρά ο Νικηφόρος. Ο ναός του Ποσειδώνα μας αποκάλυψε ένα μυστικό που είχε κρυμμένο τόσο καιρό. Ένιωθαν περήφανοι για τον εαυτό τους. Μόλις είχαν καταφέρει να βρουν «τον θησαυρό» του θεού Ποσειδώνα.
Previous
Next
Το μήνυμα μετά από χρόνια
Μαριάνθη & Γιώργος Σταθάς - Μαθητές Ε' Δημοτικού HEA
Ένα ηλιόλουστο Κυριακάτικο πρωινό μια παρέα από παιδιά αποφάσισαν να περάσουν την μέρα τους στην παραλία. Ο ουρανός ήταν γαλάζιος, ο ήλιος καθρεφτιζόταν στα γαλήνια νερά της ήρεμης θάλασσας, σε αντίθεση με την προηγούμενη μέρα που ήταν αγριεμένη. Στην ακτή υπήρχαν πολλά φύκια, πέτρες και σκουπιδάκια, που βρώμιζαν την παραλία. Έτσι τα παιδιά αποφάσισαν να καθαρίσουν την παραλία και παράλληλα να την εξερευνήσουν. Χωρίστηκαν σε δυο ομάδες και ξεκίνησαν να μαζεύουν τα άχρηστα αντικείμενα. Ξαφνικά, αντίκρισαν ένα γυάλινο, διάφανο και μακρόστενο μπουκάλι, που περιείχε ένα χαρτί και ήταν κλεισμένο με φελό.
Το πήρανε στα χέρια τους με προσοχή και το επεξεργαζόντουσαν. Κάνανε διάφορες ιστορίες με το μυαλό τους για το ποιος μπορεί να το έχει γράψει, από πού έφτασε εδώ και ποιος ήταν ο παραλήπτης. Η ομάδα που βρήκε το μπουκάλι ενθουσιασμένη, ειδοποίησε και τους υπόλοιπους για αυτό που βρήκαν και όταν συναντήθηκαν όλοι μαζί γεμάτοι περιέργεια αποφάσισαν να το ανοίξουν. Τα παιδιά με πολύ δυσκολία κατάφεραν να ανοίξουν το μπουκάλι και έτσι κατάλαβαν ότι πρέπει να ταξίδευε από πολύ μακριά και για πολύ καιρό μέσα στη θάλασσα.
Μετά από αρκετή ώρα προσπάθειας τα κατάφεραν να το ανοίξουν. Η επόμενη δυσκολία ήταν να βγάλουν το σημείωμα με προσοχή, χωρίς να σχιστεί. Με μεγάλη δεξιότητα μπόρεσαν να κρατήσουν στα χέρια τους το χαρτί. Το χαρτί ήταν κιτρινισμένο και το μελάνι του στυλό ήταν αχνό και με δυσκολία μπορούσε κανείς να το διαβάσει. Τότε τα παιδιά σκέφτηκαν να ζητήσουν τη βοήθεια του μορφωμένου και ευγενικού παππού. Τα παιδιά με αστραπιαία βήματα από την αγωνία τους φτάσανε έγκαιρα στο σπίτι. Χωρίς να χάσουν λεπτό δείξανε το σημείωμα στον παππού, εκείνος κάθισε στην αναπαυτική του πολυθρόνα, φόρεσε τα γυαλιά του και εμείς γύρω του, κρεμάμενοι από τα χείλια του περιμέναμε να μας το διαβάσει.
Παρατηρήσαμε να γυαλίζουν τα μάτια του και να κυλούν δάκρυα. Αφού αναστέναξε, μας είπε ότι το γράμμα αυτό το είχε γράψει η πρώτη του μεγάλη αγάπη, η γιαγιά. Ο μπαμπάς της ήταν πολύ αυστηρός και εκείνη βρήκε την ιδέα με το μπουκάλι να εκφράσει τα συναισθήματά της για τον παππού, με την ελπίδα κάποια μέρα να το παραλάβει και να επικοινωνήσει μαζί της. Την ιστορία αυτή δεν την γνώριζε ο παππούς και μετά από εξήντα ολόκληρα χρόνια το μήνυμα έφτασε στον παραλήπτη. Δεν περιμέναμε μία τόσο όμορφη μέρα να έχει ένα τόσο συγκινητικό και απρόβλεπτο τέλος. Ο παππούς μας ευχαρίστησε για τις ωραίες αναμνήσεις που του χάρισε αυτό το άψυχο σημείωμα, αλλά γεμάτο με τόσο όμορφες λέξεις που δεν χάθηκαν στον χρόνο.
Previous
Next
Ο σάκος του Θεού
Δημήτρης Κώνστας, Φωτεινή Τσώτου - Μαθητές Ε' Δημοτικού HEA
Κάποτε ο Θεός είχε μία μεγάλη αποθήκη μέσα στην οποία είχε διάφορα υλικά για να κατασκευάσει οτιδήποτε! Έτσι σιγά-σιγά ξεκίνησε και έφτιαξε πολλά πράγματα. Ό ,τι κατασκεύαζε το γέμιζε με αγάπη και στοργή. Έτσι κατασκεύασε τα ποτάμια, τα βουνά, τις θάλασσες και τον άνθρωπο. Όταν τέλειωσαν τα υλικά έμεινε στον Θεό ένας σάκος, ο οποίος μέσα του έκρυβε τον θάνατο. Ο Θεός αποφάσισε να τον δώσει στα βουνά, αλλά τα βουνά μόλις τον πήραν άρχισαν να τραντάζονται τόσο δυνατά που πήγε να καταστραφεί ολόκληρη η γη. Τότε ο Θεός τον έδωσε στη θάλασσα, αλλά και οι θάλασσες μόλις τον απέκτησαν άρχισαν να φουρτουνιάζουν. Ο Θεός δεν έβρισκε που να τον δώσει και τον έδωσε στα ποτάμια.
Τα ποτάμια, ξεκίνησαν να παρασύρουν ότι έβρισκαν μπροστά τους και να ξεχειλίζουν. Στο τέλος ο Θεός τον έδωσε στον άνθρωπο τον που ήταν έξυπνος και θα ήξερε πώς να του συμπεριφερθεί. Πράγματι ο άνθρωπος τον πήρε, στεναχωρήθηκε, έκλαψε, του θύμωσε, πήγε να τον διώξει, να τον κοροϊδέψει, αλλά εκείνος δεν έφευγε. Επίσης ο Θεός, που δεν άκουγε φασαρίες, τον ξέχασε εκεί. Από τότε ο άνθρωπος έχει μάθει να συμβιβάζεται με τον θάνατο, αφού ήταν και αυτός ένα δώρο του Θεού.
Previous
Next
Ο Ιππότης και η Πριγκίπισσα
Ζωή Αικατερίνη, Μαρία Νικολοπούλου, Μαθήτριες της Ε' Δημοτικού
Μια μέρα ένας φτωχός αλλά όχι πολύ γενναίος ιππότης που τον έλεγαν Ροδόλφο ανέβηκε στον Χουζουρίξ το πιστό αλλά νυσταλέο του άλογο και ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι. Ταξίδευε πέντε μέρες και πέντε νύχτες, ώσπου ένα απόγευμα συνάντησε ένα θεόρατο κάστρο που φτερούγιζαν χιλιάδες πανέμορφες πεταλούδες. Εκεί ψηλά στον ψηλότερο πύργο του κάστρου καθόταν μια πεντάμορφη πριγκίπισσα που την λέγανε Ροδάνθη και οι πεταλούδες καθόντουσαν κοντά της.
Μετά ο ιππότης πήγε κάτω από τον πύργο και χαιρέτισε την πριγκίπισσα εκείνη επειδή ήταν πολύ ευγενική του ζήτησε να περάσει μέσα στο κάστρο για να πιούν τσάι και εκείνος δεχτικέ κατευθείαν. Μετά αφού ήπιαν το τσάι ο βασιλιάς ζήτησε από την κόρη του να δει τον ιππότη. Όταν τον είδε ενθουσιάστηκε και είπε ότι ήταν ο πιο όμορφος ιππότης που είχε δει στην ζωή του! Τότε ο βασιλιάς του ζήτησε να έρθει σε λίγες ημέρες πάλι να τον δει. Όταν ο ιππότης γύρισε πάλι στο σπίτι του, φρόντισε να γίνει πιο όμορφος από ποτέ. Όταν αυτές οι μέρες πέρασαν και ο ιππότης πήγε πάλι στο κάστρο ο βασιλιάς του είπε ότι ήταν πολύ πιο όμορφος από την προηγούμενη φόρα που τον είδε.
Τότε ο ιππότης χάρηκε πολύ και του ζήτησε αν θα μπορούσε να πηγαίνει καθημερινά στο κάστρο. Για να διασκεδάζει και να μιλάει με την πριγκίπισσα και τον βασιλιά. Ο βασιλιάς του είπε πως μπορεί ελεύθερα να έρχεται χωρίς αν ρωτάει. Την άλλη μέρα όταν ο ιππότης πήγε στο κάστρο για επίσκεψη. Η πριγκίπισσα τον περίμενε με ανυπομονησία . Όταν ο ιππότης έφτασε στο κάστρο οι φύλακες του κάστρου δεν του επέτρεψαν να μπει γιατί έλεγαν ότι δεν είναι τόσο όμορφος όσο η βασιλική οικογένεια. Εκείνη την ώρα βγήκε έξω η πριγκίπισσα και τους είπε να τον αφήσουν να μπει. Εκείνοι απάντησαν στην πριγκίπισσα ότι δεν είναι τόσο όμορφος όσο εσείς και η οικογένειά σας.
Τότε η πριγκίπισσα πήγε να φωνάξει τον βασιλιά και ο βασιλιάς τους είπε πως άμα δεν τον αφήσουν να μπει στο κάστρο θα τους απολύσει και τους δέκα και τότε αμέσως τον άφησαν να μπει. Η πριγκίπισσα του πρότεινε να φάνε όλοι μαζί και ο ιππότης δέχτηκε. Όταν τέλειωσαν το φαγητό, η πριγκίπισσα πρότεινε στον ιππότη να κοιμηθεί στο κάστρο επειδή η ώρα είχε περάσει. Τότε αυτός δέχτηκε. Την επόμενη μέρα πήγαν σε ένα άλλο κάστρο με πολλές βασιλικές οικογένειες επειδή μια πριγκίπισσα είχε τα γενέθλιά της. Εκεί πέρασαν μία πολύ ωραία βραδιά.
Όταν γύρισαν στο κάστρο είδαν ότι οι δέκα φύλακες είχαν φύγει από την είσοδο του κάστρου και πήγαν να ρωτήσουν τις νοικοκυρές που βρίσκονται τους είπαν ότι είχαν πάει στον πύργο να μελετήσουν τα άστρα όταν ο βασιλιάς πήγε στον πύργο και τους είπε ότι θα τους απολύσει όλους. Μετά από μερικές μέρες ο ιππότης με την πριγκίπισσα αποφάσισαν να γιορτάσουν τα γενέθλια της πριγκίπισσας. Αργότερα ο βασιλιάς τους πρότεινε να παντρευτούν και παντρεύτηκαν. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα
Previous
Next
Μια φιλία γεννιέται
Ξανθίππη Βενάρδου, Εύα Παπαδά - Μαθήτριες της Ε' Δημοτικού
Μια φορά κι έναν καιρό σε δύο διαφορετικές ηπείρους στην Αυστραλία και στην Νότια Αμερική ξεκίνησε μια ιστορία όπου κατέληξε στην Αθήνα σε ένα ζωολογικό κήπο. Ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή. Μία ηλιόλουστη μέρα στην Νότια Αμερική ένας βραδύποδας, ο Φλας καθόταν πάνω στο αγαπημένο του δέντρο με τα αδέλφια του και έτρωγαν τα φύλλα όπως έκαναν πάντα. Στον Φλας άρεσε να κοιμάται και κάθε φορά που κοιμόταν ονειρευόταν ότι έτρωγε πολλά φαγητά, πάρα πολλά φαγητά! Ενώ στην Αυστραλία ένα κοάλα ο Πάνκι κοιμάται πάνω και αυτός στο αγαπημένο του δέντρο μαζί με την οικογένειά του.
Όταν έφτασαν στον ζωολογικό κήπο τους είχαν βάλει δίπλα δίπλα σε προσαρμοσμένους χώρους. Στην αρχή τους άρεσε αλλά μετά από λίγο καιρό είχε αρχίσει να τους λείπει η οικογένειά τους και για αυτό αποφάσισαν να το σκάσουν. Όταν ήταν βράδυ άρχισαν να προσπαθούν να φύγουν από τον ζωολογικό κήπο αλλά είδαν ότι και οι δύο προσπαθούσαν να το σκάσουν και ακολούθησε η παρακάτω συζήτηση: - Ποιος είσαι εσύ; - Εγώ είμαι ο Φλας. Εσύ; - Εγώ είμαι ο Πάνκι. Και προσπαθώ να φύγω από εδώ! - Κι εγώ! - Θες να το σκάσουμε μαζί; - Βεβαίως θα το ήθελα!
- Μιας και είμαστε δύο θα βρούμε μια τέλεια ιδέα για να φύγουμε και να πάμε στην Αυστραλία! - Ορίστε; - Τι; Δεν είσαι από την Αυστραλία; - Όχι είμαι από την Νότια Αμερική! - Αααααα……… Και πως θα φύγουμε μαζί; - Δεν έχω ιδέα! - Μμμμμμ……. Θα σκεφτούμε κάτι! - Καλά να πάμε τώρα για ύπνο και αύριο το πρωί θα σκεφτούμε κάτι και το βράδυ θα το πούμε ο ένας στον άλλον! - Ωραία! Τα λέμε αύριο!
Ο Φλας και ο Πάνκι πάνε για ύπνο και το επόμενο βράδυ ξεκινάνε να λένε τις ιδέες τους ο ένας στον άλλο: - Άκου Φλας μου ήρθε μια φλασιά για κάτι που είχε κάνει και ο παππούς μου για να φύγει από εδώ! - Πες το μου είμαι όλος αυτια! - Λοιπόν ο παππούς μου για να φύγει είχε κάνει έναν κύκλο από τον ζωολογικό κήπο μέχρι να βρει πολλά μπαλόνια ώστε να καταφέρει να πετάξει ως την Αυστραλία! - Και τα κατάφερε; - Ναι! - Εμένα η ιδέα μου ήταν το επόμενο πρωί να παίρναμε ένα πατίνι και ένα ποτήρι με καφέ ώστε να πηγαίναμε μέχρι το αεροδρόμιο για να πάρει ο καθένας το αεροπλάνο του!
- Τέλεια ιδέα! Αλλά να σου κάνω μία ερώτηση; - Ναι! - Το ποτήρι με τον καφέ που κολλάει; - Δεν ξέρω απλός θέλω να πιω κάτι! - Μάλιστα…… Ο Φλας και Πάνκι δεν ήξεραν ποια ιδέα να διαλέξουν γιατί και οι δύο ιδέες ήταν πολύ καλές. Είπαν πάλι να ξαναπάνε για ύπνο και να το αποφασίσουν το επόμενο πρωί. Το πρωί όμως είχε έρθει πολύς κόσμος στον ζωολογικό κήπο και έτσι δεν κατάφεραν να μιλήσουν το πρωί. Και έτσι αναγκάστηκαν να μιλήσουν το βράδυ. Το βράδυ άρχισε η εξής συζήτηση: - Φλας μου ήρθε μια καταπληκτική ιδέα που δεν ξέρω άμα θα σου αρέσει. - Για πες μου Πάνκι!
Την ώρα που πήγε ο Πάνκι να του πει την ιδέα του ακούστηκε μια αστραπή και άρχισε να βρέχει καρεκλοπόδαρα! - Βρέχει! - Το ξέρω Πάνκι δεν είμαι τυφλός! - Τι θα κάνουμε τώρα; - Θα τρέξουμε στα δέντρα μας και θα συνεχίσουμε την συζήτησή μας αύριο το πρωί για ακόμα μια φορά! - Εντάξει! Την επόμενη ημέρα όταν ξύπνησαν ευτυχώς δεν είχε κόσμο και έτσι ο Πάνκι είπε στον Φλας την ιδέα του. - Λοιπόν η ιδέα που είχα ήταν να παίρναμε μία καρέκλα, δύο πατίνια και σαράντα μπαλόνια. - Γιατί; - Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να συνδυάζαμε και τις δύο ιδέες για να καταφέρουμε να φύγουμε! - Καταπληκτική η ιδέα σου Πάνκι!
Όμως υπήρχε ένα πρόβλημα δεν μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθεροι στον ζωολογικό κήπο γιατί υπήρχαν και οι νυχτοφύλακες όπου πρόσεχαν μη βγει κάποιο ζώο έξω. Απεγνωσμένοι προσπάθησαν να φερθούν σαν νίντζα ώστε να μην τους πάρει κανείς χαμπάρι. Όταν κατάφεραν και βρήκαν όλα τα υλικά τα έκρυψαν πολύ καλά στον ζωολογικό κήπο ώστε το επόμενο βράδυ να φτιάξουν το σούπερ μηχάνημά τους! Και πήγαν για ύπνο! Το επόμενο βράδυ ξεκίνησαν να το φτιάχνουν άλλα ανακάλυψαν ότι τους έλειπε το σχοινί για να δέσουν τα πατίνια στην καρέκλα. Τότε του Φλας του ήρθε μια καταπληκτική ιδέα! - Πάνκι έχω μια φανταστική ιδέα! - Για πες τη μου!
- Θα μπορούσαμε να ζητήσουμε βοήθεια από τον φίλο μας τον Σλοφ τον ελέφαντα, ώστε να αποσπάσει την προσοχή του νυχτοφύλακα κι εμείς να του πάρουμε τα κορδόνια από τα παπούτσια! - Τέλειοοοοοοοο! Τότε ξεκίνησαν να πάνε να το πούνε στον Σλοφ. Ο Σλοφ δεν ήξερε τι να κάνει για να του αποσπάσει την προσοχή αλλά μετά σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να προσποιηθεί ότι του πονάει το πόδι. Μετά από λίγα λεπτά ξεκίνησε να προσποιείται! Τότε ο νυχτοφύλακας έτρεξε να δει τι έπαθε για να τον βοηθήσει. Με λίγη δυσκολία κατάφεραν να του πάρουν τα κορδόνια.
Όταν τελείωσαν με το σούπερ μηχάνημά τους προσπάθησαν να βγουν από την πίσω πόρτα του ζωολογικού κήπου αφού ο Σλοφ αποσπούσε ακόμα την προσοχή του νυχτοφύλακα! Κάτι που δεν είχε καταλάβει ο Πάνκι και ο Φλας είναι ότι η εφεύρεση τους θα τους πήγαινε σε ένα μέρος και μετά ο ένας από τους δύο θα έπρεπε να συνεχίσει μόνος του αλλά ας δούμε τον διάλογό τους. -Φλας, τα καταφέραμε! -Σσσσσς! Μην φωνάζεις! -Εντάξει με συγχωρείς αλλά είμαι τόσο χαρούμενος! -Κι εγώ!!!! Ο Φλας και ο Πάνκι πήγαν και έμειναν σε ένα δάσος που ήταν κοντά στον ζωολογικό κήπο. Την επόμενη μέρα πρωί πρωί ξεκίνησαν για τον προορισμό τους. Το σούπερ μηχάνημά τους πέταξε μια χαρά!
Για να πετάξει όμως περίμεναν να φυσήξει λίγος αέρας και να τους σπρώξει. Είχαν πάει κοντά σε έναν κομμένο κορμό δέντρου ώστε όταν ο αέρας φυσήξει και τους σπρώξει να πέσουν πάνω στον κορμό και έτσι θα τον περάσουν από πάνω του και ο αέρας θα τους σηκώσει ψηλά!!! Ταξίδευαν στον ουρανό όλη μέρα και όταν άρχισε να σκοτεινιάζει είχαν την εξής συζήτηση: - Πάνκι πώς θα έλεγες να βγάζαμε το σούπερ μηχάνημά μας; - Δεν ξέρω! - Ας σκεφτούμε κάτι και οι δύο! - Εντάξει! - Αααα μου ήρθε μια ιδέα! - Για πες την μου! - Λοιπόν τι θα έλεγες να το βγάζαμε Φλασπάκι; - Ναι είναι πολύ ωραίο!!!
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει όταν τους πήρε και τους δύο ο ύπνος. Κάπου στα μεσάνυχτα έπεσαν στην Κίνα. Το πρωί που ξύπνησαν απόρησαν που βρίσκονταν. Άρχισαν να περπατάνε καθώς συνάντησαν ένα πάντα τον Κίμλετο. Τον ρώτησαν πως τον λένε και που βρίσκονταν. - Γεια σου! Είμαι ο Πάνκι και από εδώ είναι ο Φλας! Εσύ ποιος είσαι; - Χουατσά! Είμαι o Κίμλετο! - Γεια σου Κίμλετο! Μπορείς να μας πεις που βρισκόμαστε; - Οτσάι! Βρίσκεστε στην Κίνα! - Στην Κίνα;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; - Κροτσάι! Ναι στην Κίνα είστε! - Μπορείς να μας πεις πως να πάμε σπίτι μας; - Ουριάτα! Άμα μου πείτε που μένετε θα σας πω πως να πάτε σπίτι σας! - Εγώ μένω στην Νότια Αμερική και ο Πάντσι στην Αυστραλία! - Πουτσία! Ήρθατε με δύο οχήματα; - Όχι καλέ, με ένα ήρθαμε το Φλασπάκι!
- Τσακίκ! Μα πως θα πάτε σε δύο διαφορετικά μέρη με ένα όχημα; - Ααααααα!!!!! Δεν το είχαμε σκεφτεί αυτό! Τι θα κάνουμε τώρα Φλας; - Ουφ…… Κάτι θα σκεφτούμε! - Γκρακίκι! Μπορώ να σας βοηθήσω εγώ! - Αλήθεια;; Πως θα μας βοηθήσεις;;; - Δουλάτσι! Μπορείτε να φτιάξετε το Φλασπάκι 2! - Γιατί έχεται εδώ δύο πατίνια, ένα σχοινί, μία καρέκλα και σαράντα μπαλόνια; - Κοκουτσιπουπί! Όχι αλλά μπορώ να σας δώσω τα δικά μου! - Ευχαριστούμε πάρα πολύ! - Κουπρινιετά! Πάμε! Ο Κίμλετο έδωσε στον Φλας και τον Πάνκι ότι του ζήτησαν. Τον ευχαρίστησαν και άρχισαν να φτιάχνουν Φλασπάκι 2 με διαφορά ότι ενόνωνταν με ένα ακόμη σχοινί. Κατά το μεσημέρι ξαναέκαναν την ίδια διαδικασία για να καταφέρουν να πετάξουν!
Ταξίδεψαν μέχρι την Αφρική όπου έκαναν μία στάση για να φάνε κάτι που είχαν να φάνε μία ημέρα. Όταν προσγειώθηκαν στην Αφρική και καθώς έκοβαν φύλλα από τα δέντρα συνάντησαν τον Τσίκιπ ένα κροκόδειλο που έπαιζε μουσική. Τον πλησίασαν και τον ρώτησαν: - Γεια σου! Πώς σε λένε εσένα; - Με λένε Τσίκιπ! Εσάς; - Εγώ είμαι ο Φλας και αυτός είναι ο Πάνκι! - Τι γυρεύεται στην Αφρική;; - Ήρθαμε να φάμε κάτι γιατί πεινάσαμε από το ταξίδι μας!! - Αααα… Και που πηγαίνετε; - Εγώ πάω στην Αυστραλία και ο Φλας στην Νότια Αμερική! - Που να τρέχετε τώρα! Γιατί δεν πάτε κάπου ποιο κοντά για να μείνετε μαζί; - Εμείς ξεκινήσαμε για να πάμε στις οικογένειές μας!!! Ταξιδεύουμε εδώ και μια βδομάδα!!!
- Ααααα……. Έχετε γίνει αχώριστοι φίλοι. Έτσι; Του Φλας και του Πάνκι δεν τους είχε περάσει από το μυαλό ότι είχαν γίνει κολλητοί!!! Ο Πάνκι απάντησε στον Τσίκιπ: - Εεεεεε…….. Ναι είμαστε πολύ καλοί φίλοι! Θα μας πεις έναν προορισμό για να πάμε να μείνουμε μαζί;;; - Ναι, θα μπορούσατε να πάτε στην Αθήνα σε ένα μέρος όπου θα σας προσέχουν πολύ στον ζωολογικό κήπο! - Μα από εκεί ερχόμαστε δεν γίνεται να ξαναγυρίσουμε πίσω! - Και όμως γίνεται! - Μα μας πήραν από τον τόπο μας και μας έφεραν στην Αθήνα στον ζωολογικό κήπο! - Σας έφεραν στον ζωολογικό κήπο για να σας προστατέψουν. Κι εσείς το σκάσατε; Που ξέρετε μπορεί να φέρουν και τις οικογένειές σας!
- Εεεε…. Ναι μπορεί να τους φέρουν! - Τρεχάτε να πάτε στην Αθήνα μην το σκέφτεστε! - Εντάξει! Σε ευχαριστούμε πολύ! Ο Φλας και ο Πάνκι ξεκίνησαν για την Αθήνα χαρούμενοι γιατί είχαν καταλάβει ότι ποια οικογένειά τους ήταν ο ένας για τον άλλο. Όταν έφτασαν στην Αθήνα πήγαν στον ζωολογικό κήπο. Μετά από δύο μέρες έφεραν τις οικογένειές τους μαζί με όλους τους καινούριους φίλους που είχαν κάνει στο ταξίδι τους!
Previous
Next
Κοινοποίηση:
Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on email
Share on print

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Εγγραφείτε στο μηνιαίο newsletter μας

Για να μαθαίνετε τα νέα του σχολείου μας και τα τελευταία ενδιαφέροντα άρθρα του HEAculture