Το μάθημα των Θρησκευτικών και οι σύγχρονες προκλήσεις

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Πολλές φορές σκέπτομαι ότι στην Ελλάδα καθυστερούμε. Λαμβάνουμε τα μηνύματα που μας έρχονται από τον κόσμο που μας περιβάλλει με απελπιστική καθυστέρηση, τα παρουσιάζουμε ως πρωτοποριακά όταν έχουν πλέον ξεπεραστεί και ό,τι προτείνεται ως μεταρρύθμιση από τις πολιτικές ηγεσίες δεν προτείνεται με σκοπό τη βελτίωση της ζωής των πολιτών και την πρόοδο της κοινωνίας, αλλά με βάση το εκλογικό όφελος και το κομματικό συμφέρον. Δύσκολα μπορώ να αναγνωρίσω στην πολιτική ηγεσία αγαθά κίνητρα, αλλά ίσως οφείλεται και στο ότι μεγάλωσα ως πολίτης και διαμόρφωσα τις ιδέες μου στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 όπου, μεταξύ των νέων, η πολιτική χαρακτηρίστηκε κομματοκρατία και απαξιώθηκε. Ας μου συγχωρεθεί αυτό.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται, στον νου μου, και η συζήτηση για την εξαίρεση των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών ή και για την πλήρη κατάργησή του. Οι σχετικές ιδέες που εκφράζουν πολλοί πολιτικοί είναι αναχρονιστικές – αν και παρουσιάζονται ως σύγχρονες – πλήρως ξεπερασμένες και συχνά όχι μόνο απλώς οπισθοδρομικές, αλλά και επικίνδυνες. Μου φαίνεται ότι η ικανοποίηση των εσωκομματικών τάσεων και η εκλογοκεντρική νοοτροπία των Ελλήνων πολιτικών φαίνεται να αποτελούν μοναδικά κριτήρια λήψης αποφάσεων. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς τον τρόπο με το οποίο πολλοί σήμερα μιλούν για την εξαίρεση των μαθητών για λόγους συνείδησης; Τι είδους μέτρο είναι αυτό; Ποιον εξυπηρετεί; Τον μαθητή ο οποίος στερείται τη μάθηση, τη γνώση; Τους γονείς του; Μα το σχολείο υπηρετεί τον μαθητή και όχι τους γονείς του. Το σχολείο; Μα δουλειά του σχολείου είναι να διδάξει, να επικοινωνήσει με τους μαθητές σε μια διαδικασία διάδρασης που, και πάλι, υπηρετεί τον μαθητή. Ο μαθητής είναι η έγνοια του σχολείου, η δουλειά του και ο αγώνας του. Τι κερδίζουμε λοιπόν με την εξαίρεση; Μόνο ο εκάστοτε υπουργός μπορεί κάτι να κερδίσει που κατόρθωσε, επιτέλους, να φανεί προοδευτικός, αμερόληπτος, μοντέρνος… Όλα αυτά, βέβαια, «στου κασίδι το κεφάλι», κατά τη λαϊκή ρήση. Γιατί, αν ο μαθητής είναι στο επίκεντρο, κάθε ανέξοδη διακήρυξη του οποιουδήποτε υπουργού καθιστά αμέσως τον μαθητή πειραματόζωο…

Το οποιοδήποτε σχετικό αίτημα βασίζεται σε μια λογική, τη λογική της θεωρίας της νεωτερικότητας. Σύμφωνα με αυτή, ο άνθρωπος βγήκε από τον Μεσαίωνα – από την άγνοια για την οποία ο ίδιος ήταν υπεύθυνος – επειδή κατόρθωσε να προωθήσει την ανεξιθρησκία. Αυτό συνέβη όταν η νεωτερικότητα γεννήθηκε στον δυτικό κόσμο με τον Διαφωτισμό. Η ανεξιθρησκία του 18ου αι. κατόρθωσε να ξεπεράσει τους θρησκευτικούς πολέμους που ταλάνισαν την Ευρώπη τον 16ο και τον 17ο αι., να εκδιώξει τη θρησκεία από τον δημόσιο χώρο και να την περιορίσει στον ιδιωτικό χώρο του ατόμου. Με βάση τη θεωρία της νεωτερικότητας, ο περιορισμός αυτός είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της θρησκείας, την εμφάνιση και ενίσχυση της αθεΐας και την πρόοδο της επιστήμης, που βρίσκεται στον αντίποδα της θρησκείας. Η θεωρία της νεωτερικότητας προέβη και σε μια πρόβλεψη: διακήρυξε ότι η θρησκεία σταδιακά εξοβελίζεται και από τον ιδιωτικό χώρο του ατόμου και τείνει να εξαφανιστεί. Ο 21ος αι. θα ήταν ο αιώνας της αθεΐας. Βασισμένοι στη λογική αυτή, σύγχρονοι πολιτικοί, θεωρούν τη θρησκεία άσχετη με το κοσμικό και άθρησκο κράτος και τη διδασκαλία των Θρησκευτικών άσχετη με το μοντέλο παιδείας που προωθεί. Επομένως, η κατάργηση του μαθήματος είναι αναπόφευκτη. Απομένει η σταδιακή – προκειμένου να τη χωνέψει η κοινωνία – κατάργησή του.

Το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι, όπως ομολόγησαν πολλοί θεωρητικοί της νεωτερικότητας, η θεωρία τους λειτούργησε ως κανονιστική αρχή, παρά ως θεωρία που υπόκειται σε κριτική και ενέχει, κατ’ ανάγκη περιθώρια λάθους. Η όποια άποψη κατάντησε να κρίνεται με βάση το αν συμφωνεί η διαφωνεί με τη θεωρία της νεωτερικότητας. Αν μεν συμφωνεί είναι σύγχρονη και ορθή. Αν διαφωνεί είναι οπισθοδρομική και εσφαλμένη. Τα γεγονότα, ωστόσο, απέδειξαν ότι η θεωρία της νεωτερικότητας έσφαλε. Αποδείχθηκε λάθος στην πραγματικότητα. Κατ’ αρχάς, γιατί η πτώση των θρησκειών δεν ήρθε ποτέ. Κατά δεύτερον, επειδή από τη δεκαετία του 1960 και ως αυτήν του 1980 οι μεγάλες ιστορικές θρησκείες έχαναν πιστούς, χωρίς όμως οι τάξεις των αθέων και των αθρήσκων να γιγαντώνονται με ανάλογους ρυθμούς. Απλώς, εμφανίστηκαν και γνώρισαν ιδιαίτερη ανάπτυξη θρησκευτικά μορφώματα «νέας εποχής» (new age religions), με έντονα στοιχεία συγκρητισμού, καθώς πάντρευαν χριστιανικές αρχές με ινδουϊστικές ή βουδιστικές πρακτικές. Πολλές φορές τα κύματα αυτά έρχονταν από την απογοητευμένη Αμερική, που είχε χάσει το όνειρο, αλλά και από άλλες χώρες του δυτικού κόσμου και αποδείχθηκαν είτε καταστροφικές – αφού οπαδοί τέτοιων θρησκειών οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία – είτε ιδιαίτερα επικερδείς για τους επινοητές τους που μπόρεσαν έτσι να χειραγωγήσουν μάζες ανθρώπων γιγαντώνοντας τις περιουσίες τους. Πώς ταίριαζαν όλα αυτά με τη θεωρία της νεωτερικότητας; Πολύ απλά δεν ταίριαζαν. Οι θεωρητικοί της όμως συνέχιζαν να υπνούν, θεωρώντας τα απλώς ως παρακμιακά θρησκευτικά φαινόμενα, παραδείγματα ενός φαινομένου που έτεινε προς εξαφάνιση. Τίποτε δεν φαινόταν ικανό ακόμα να αμφισβητήσει την κυριαρχία του νεωτερικού παραδείγματος, αν και οι πρώτες φωνές είχαν αρχίσει να ακούγονται.

Πράγματι, κατά τη δεκαετία του 1990 είχε αρχίσει να παρατηρείται σαφής στροφή στις ιστορικές θρησκείες του κόσμου, των οποίων η επιρροή πολλαπλασιάστηκε. Η γενική εντύπωση παρέμενε η ίδια: η θρησκεία επρόκειτο να εξαφανιστεί. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 το τρομοκρατικό κτύπημα στους δίδυμους πύργους, τους εντυπωσιακούς ουρανοξύστες στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στη Νέα Υόρκη, άλλαξε τα πράγματα. Το κυρίαρχο νεωτερικό παράδειγμα σείστηκε συθέμελα με τρόπο βίαιο. Τότε μόνο η επιστημονική κοινότητα υποχώρησε από το νεωτερικό παράδειγμα και άρχισε να μιλά για την επιστροφή της θρησκείας. Επιστήμονες που είχαν προηγουμένως υποστηρίξει τη νεωτερική θεωρία, όπως ο περίφημος Αυστριακός Πήτερ Λούντβιχ Μπέργκερ, παραδέχθηκαν πλέον ότι η θεωρία τους έσφαλε στις προβλέψεις της για το μέλλον και μίλησε για την «από-εκκοσμίκευση» (de-secularisation) της διεθνούς πολιτικής. Άλλοι, με βαριά δόση αμερικανικού τύπου υπερβολής, αποκάλεσαν τον 21ο αι. ως «αιώνα του Θεού».

Εκτός από αυτή τη διαπίστωση ωστόσο δεν φαίνεται ικανή η σύγχρονη κοινωνική επιστήμη να ερμηνεύσει το φαινόμενο. Στηριγμένοι πάνω στο ίδιο νεωτερικό πρότυπο διαπιστώσαμε απλώς την αποτυχία μας να προβλέψουμε το μέλλον. Και τώρα τι; Κανείς δεν ξέρει. Επιστρέφουμε λοιπόν στην κλασική μας εργασία. Αφήνουμε τις προβλέψεις και αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στο κάνουμε απλές διαπιστώσεις. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να είναι σήμερα δύο κυρίως: ότι η θρησκεία σήμερα είτε αποτελεί εργαλείο συγχρόνων ακραίων και βίαιων ιδεολογιών, καταλαμβάνοντας τον πυρήνα τους, όσο και θύμα των σύγχρονων πολιτικών ηγεσιών που τη χρησιμοποιούν ως άλλοθι για την περιστολή δημοκρατικών ελευθεριών και την καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στην πρώτη περίπτωση, η επιστροφή της θρησκείας δεν γίνεται με την προβολή της θεολογίας και της πίστης της κάθε θρησκείας, αλλά με τη μορφή μιας παράδοξης θρησκευτικότητας που βρίσκεται στο περιθώριο της κύριας θρησκείας ή προβάλλει μια μόνο πλευρά της. Για παράδειγμα, η σύγχρονη αναγέννηση του Ισλάμ λαμβάνει χώρα μέσα από μια ακραία μορφή τζιχαντισμού. Ο τζιχαντισμός αποτελεί, με τη σειρά του, ακραία μορφή ισλαμισμού και ο ισλαμισμός, τέλος, αποτελεί ακραία ιδεολογία στα πλαίσια του πολυσυλλεκτικού Ισλάμ. Σε ένα άλλο παράδειγμα, η επιστροφή του Χριστιανισμού στις ΗΠΑ γίνεται μέσα από μορφές Προτεσταντισμού με έντονες αναφορές σε μια αποκαλυπτική κατανόηση της Παλαιάς Διαθήκης. Πρόκειται για μορφή Χριστιανισμού άσχετη εν πολλοίς με την Καινή Διαθήκη, το πρόσωπο του Χριστού και τη διδασκαλία του! Επομένως, η επιστροφή στη θρησκεία γίνεται, σε πολλές περιπτώσεις, με τρόπο ακραίο δίνοντας διέξοδο σε σύγχρονες εξουσιαστικές ιδεολογίες, φιλοδοξίες κυριαρχίας ή απλώς σε φόβους, αγωνίες και άγχη.

Στη δεύτερη περίπτωση, η αναβίωση του θρησκευτικού φαινομένου αποτελεί τη μόνιμη επωδό στην οποία καταφεύγουν οι σύγχρονες πολιτικές ηγεσίες, δημιουργώντας κλίμα φόβου και τρόμου στους πολίτες τους. Το τρομοκρατικά κτυπήματα στις ΗΠΑ το 2001, στην Ισπανία το 2004, στην Αγγλία το 2007 και στη Γαλλία το 2015 χρησιμεύουν ως αδιάσειστες αποδείξεις. Με τη δικαιολογία αυτή, λαμβάνονται αποφάσεις περιστολής ατομικών ελευθεριών και καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που περιορίζουν, αν δεν αναιρούν, τη δημοκρατία. Τα μέτρα αυτά, μάλιστα, λαμβάνονται χωρίς να αντιδρούν οι ίδιοι οι θιγόμενοι πολίτες. Για παράδειγμα, ο υπαρκτός κίνδυνος της τρομοκρατίας δικαιολόγησε τη σύλληψη και πολυετή φυλάκιση στα κολαστήρια του Αμπού Γκραΐμπ στο Ιράκ και του Γκουαντάναμο στην Κούβα ανθρώπων χωρίς δίκη. Το τεκμήριο της αθωότητας και το δικαίωμα στην υπεράσπιση χάθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Ο άνθρωπος δεν είναι αθώος μέχρι «αποδείξεως του εναντίου», αλλά, αντίθετα, ο άνθρωπος είναι πλέον ένοχος μέχρι «αποδείξεως του εναντίου». Πολλοί σύγχρονοι διανοούμενοι θυμίζουν στους ανθρώπους ότι η αντιμετώπιση των Μουσουλμάνων με βάση τις αρχές του ανθρωπισμού είναι ανεδαφική, αφού οι Μουσουλμάνοι είναι φανατικοί και εκμεταλλεύονται τη δημοκρατία για να επιβληθούν. Πώς λοιπόν πρέπει να αντιμετωπισθούν; Προφανώς με καταπίεση, άρα με περιστολή της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και αυτό φαντάζει λογικό, άρα δεν προξενεί αντιδράσεις. Οι λογικές αυτές αναζητούν τρόπους εγκατάλειψης των ανθρωπιστικών και δημοκρατικών αρχών πάνω στις οποίες κτίστηκε η μεταπολεμική ειρηνική Ευρώπη. Ένας από τους τρόπους αυτούς είναι η χρησιμοποίηση της θρησκείας ως απειλής.

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη του γράφοντος, το σύγχρονο περιβάλλον μέσα στο οποίο πρέπει, νομίζω, να τοποθετηθεί και το ερώτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία. Η απλή κατάργησή του, υπό τις συνθήκες που μόλις περιγράφηκαν, αποτελεί επικίνδυνο αναχρονισμό που απειλεί άμεσα την κοινωνική συνοχή, γιατί δεν είναι παρά μια απόπειρα απόκρυψης και άρνησης αντιμετώπισης του προβλήματος. Υπό αυτή την έννοια, δεν έχει, νομίζω, κανένα νόημα και η εξαίρεση από το μάθημα υπό οποιαδήποτε προϋπόθεση. Ποια είναι η κατηγορία πληθυσμού στη χώρα μας που δεν αγγίζεται από το πρόβλημα; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει έτοιμη απάντηση; Τι σχέση έχει η αθεΐα με όλα αυτά; Ακόμα περισσότερο υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να εξαιρεθεί μαθήτρια ή μαθητής που δηλώνει αλλόθρησκος; Αυτού του είδους η δήλωση δεν μπορεί πλέον να αποτελεί επιχείρημα για την εξαίρεση από το μάθημα, αλλά μάλλον επιπλέον επιχείρημα για τη συμμετοχή στο μάθημα.

Στην Αγγλία το μάθημα έγινε θρησκειολογικό εγκυκλοπαιδικό και δεν ωφέλησε απολύτως σε τίποτε, αφού δεν μπόρεσε να προσφέρει ένα διαφορετικό μοντέλο κατανόησης της θρησκείας, ώστε δεν μπόρεσε να παίξει οποιοδήποτε ρόλο στην αντιμετώπιση της εγχώριας τρομοκρατίας: οι δράστες της τρομοκρατικής επίθεσης του 2007 ήταν Βρετανοί πολίτες. Στη Συρία το κράτος πρόσφερε θρησκευτική εκπαίδευση ξεχωριστά στους Μουσουλμάνους και ξεχωριστά στους Χριστιανούς. Αρκετά εκκοσμικευτική προσέγγιση. Απέτυχε παταγωδώς, ωστόσο. Γιατί δεν μπόρεσε να αποτρέψει την προώθηση του θρησκευτικού φανατισμού μέσα στις σχολικές αίθουσες. Η πολυσυλλεκτική αίθουσα διδασκαλίας θα μπορούσε να είχε αποτρέψει τέτοιου είδους φαινόμενα. Στην Αίγυπτο γίνεται σήμερα απόπειρα κατάργησης του μαθήματος από τα σχολεία και αντικατάστασής του από κοινωνιολογικού τύπου μαθήματα. Στην Αίγυπτο, γενέτειρα του Ισλαμισμού, αυτή η απόφαση ταιριάζει στη λογική της στρατιωτικής κυβέρνησης («πονάει κεφάλι, κόβεις κεφάλι»), αλλά αποτελεί ολέθριο μέτρο που αποπειράται απλώς να κρύψει το πρόβλημα από την κοινή θέα.

Εδώ μπορεί να υπάρξει ίσως μια αντίρρηση. Η εξαίρεση από το μάθημα ή και, πολύ περισσότερο, η κατάργησή του αποτελεί αίτημα, λόγω του τρόπου με τον οποίο διδάσκεται το μάθημα, τρόπος ο οποίος δεν ακολουθεί τις εξελίξεις που μόλις περιγράψαμε. Πάλι, όμως, η λογική με την οποία πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα δεν πρέπει να είναι στρατιωτική λογική της Αιγύπτου, ούτε βέβαια η ανέξοδη ρητορεία των εγχωρίων πολιτικών περί δικαιωμάτων και δημοκρατίας. Αυτό που χρειάζεται είναι απλά η μεταρρύθμιση του μαθήματος για να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Αυτό είναι βέβαια ένα δύσκολο εγχείρημα και η πολιτική μας ηγεσία παραδοσιακά αρνείται τα δύσκολα εγχειρήματα, προτιμώντας να καταφύγει σε εύκολες λύσεις που ικανοποιούν το κόμμα και την εκλογική πελατεία. Νομίζω όμως ότι οι σύγχρονες εξελίξεις δεν ανέχονται πια τέτοιες λογικές. Απαιτούν μεταρρυθμίσεις και μάλιστα γενναίες μεταρρυθμίσεις. Ας επιτραπούν εδώ κάποιες σχετικές προτάσεις.

Νομίζω ότι αυτό που πρώτα χρειάζεται είναι να θέσουμε ένα στόχο καθαρό. Τι θέλουμε από το μάθημα; Τι προσπαθούμε να επιτύχουμε; Η απάντηση πρέπει να είναι σαφής, ξεκάθαρη και, γι’ αυτό, σύντομη και απλή: ενίσχυση και βελτίωση της δημοκρατίας, της συνύπαρξης και της αλληλεγγύης. Ως έχει σήμερα το μάθημα δεν έχει αυτή τη στοχοθεσία, αλλά μόνο τη γνωριμία με την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία και μάλιστα με τρόπο που σήμερα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αίθουσας διδασκαλίας. Μικρό μόνο τμήμα της διδακτέας ύλης της Β΄ Λυκείου είναι αφιερωμένο στη γνωριμία με άλλα θρησκεύματα και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται και πάλι αποτελεί απλή παράθεση πληροφοριών υπό τύπον εκτεταμένου εγκυκλοπαιδικού λήμματος. Αυτό που προτείνουμε είναι η τοποθέτηση του παραπάνω βασικού στόχου και η προσπάθεια των μαθημάτων να υπηρετήσουν αυτή τη λογική.

Αυτό μπορεί ίσως να επιτευχθεί με τρεις κυρίως τρόπους:

  • Με τη διδασκαλία των βασικών αρχών της χριστιανικής πίστης και θεολογίας.
  • Με περισσότερη βαρύτητα στον βιβλικό χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης
  • Με περισσότερη και πιο στοχευμένη προσέγγιση στις άλλες θρησκείες

Την πρώτη μεταρρύθμιση τη θεωρώ απαραίτητη, γιατί ο Χριστιανισμός δεν είναι μόνο η θρησκεία που ακολουθεί – ακόμα τουλάχιστον – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, αλλά και αυτή που επηρέασε τον σύγχρονο ελληνικό και, ευρύτερα, τον δυτικό πολιτισμό. Στη λογική της στόχευσης που θέσαμε παραπάνω, δεν αρκεί να εξηγήσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Θεός, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστιανισμού, είναι Τριαδικός, αλλά πρέπει να υπογραμμίσουμε και γιατί συμβαίνει αυτό: πολύ απλά, γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Στην ίδια λογική, δεν αρκεί να εξηγήσουμε ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αλλά ότι η αγάπη είναι το κίνητρό Του. Με βάση αυτές τις αρχές μπορούμε να συζητήσουμε με τους μαθητές τις σύγχρονες προεκτάσεις αυτής της πραγματικότητας.

Η δεύτερη μεταρρύθμιση είναι σημαντική πάλι πάνω στην παραπάνω στόχευση. Δεν ενδιαφέρει ασφαλώς να κάνουμε παρουσιάσεις των γεγονότων της Παλαιάς Διαθήκης που λίγη ως καθόλου σχέση έχουν με τον σύγχρονο κόσμο, αλλά μέσα από συγκεκριμένα κείμενα να τονίσουμε πραγματικότητες με σύγχρονο ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, ο Θεός αγαπά και έχει πρόνοια για όλον τον κόσμο ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Αυτή είναι μια αρχή που μπορεί εύκολα να προκύψει από το βιβλίο του Ιωνά. Ακόμη καλύτερα, την παραπάνω στοχοθεσία μπορεί να εξυπηρετήσει η διδασκαλία του Χριστού στην Καινή Διαθήκη με κείμενο όπως αυτό της επί του όρους ομιλίας Του, τη διήγηση για την αλλόθρησκη Χαναναία ή τον επίσης αλλόθρησκο Ρωμαίο εκατόνταρχο και, πάνω από όλα, με την πλούσια θεολογική παραγωγή για τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού που καταδεικνύει τη μέχρι θυσίας αγάπη του Θεού και τη ανύστακτη φροντίδα Του για τον κόσμο.

Τέλος, το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στη θρησκειολογία, όχι όμως με τον ξερό τρόπο που αυτό συμβαίνει σήμερα. Χρειάζεται ο τονισμός στοιχείων των διαφόρων θρησκειών που προβάλλουν την ανάγκη της αγάπης και της συνύπαρξης, ιδιαίτερα μέσα από τα ιερά κείμενα των άλλων θρησκειών, όπως το Κοράνι του Ισλάμ ή οι Ουπανισάδες του Ινδουϊσμού. Τέτοια στοιχεία, έχουν όλες οι θρησκείες χωρίς εξαίρεση. Επίσης, χρειάζεται μια καλύτερη ανάλυση της σύγχρονης πραγματικότητας των θρησκειών αυτών και του τρόπου με τον οποίο αυτές πέφτουν θύματα πολιτικής εκμετάλλευσης, διαίρεσης, θρησκευτικού μίσους και πολέμων στον πλανήτη. Αυτή η τελευταία παράμετρος μπορεί και πρέπει να καλυφθεί με την αυτενέργεια του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη, αφού ένα σχολικό εγχειρίδιο δεν μπορεί να ενημερώνεται για τις σύγχρονες εξελίξεις, που, στον χώρο των θρησκειών, είναι ραγδαίες.

Για να κλείσω εδώ τις σκέψεις για το μάθημα των Θρησκευτικών θα ήθελα να προσθέσω την απογοήτευσή μου για την αδικία που γίνεται στο καλύτερο, όπως πιστεύω, σχολικό βιβλίο, αυτό της Χριστιανικής Ηθικής στην Γ΄ Λυκείου. Με μειωμένες ώρες διδασκαλίες και υπό τις επικρατούσες συνθήκες στην τάξη αυτή, της οποίας οι μαθητές ετοιμάζονται πυρετωδώς για τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, το μάθημα αυτό έχει κυριολεκτικά θαφτεί. Είναι, όμως, το μοναδικό μάθημα που συνδυάζει τις βασικές θεολογικές αρχές του Χριστιανισμού με σύγχρονα προβλήματα, όπως αυτά της ελευθερίας και της δημοκρατίας, της βιοηθικής, των ναρκωτικών, της οικολογίας κ.λπ.

Ως κατάκλείδα, θα ήθελα απλώς να επαναλάβω ότι δεν νομίζω ότι υπάρχει, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, σοβαρότητα στην πολιτική αντιμετώπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών. Δεν φαίνεται να υπάρχει η πολιτική βούληση για σοβαρές και βαθιές μεταρρυθμίσεις. Οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα δεν προέβησαν παρά σε ελάχιστες μεταρρυθμίσεις, κυρίως στην κατεύθυνση της αλλαγής των σχολικών βιβλίων και μόνο. Η παρούσα κυβέρνηση δημιουργεί ανασφάλεια, γιατί οι δηλώσεις των αρμοδίων υπουργών της δεν φαίνονται να βρίσκονται πάνω στη γραμμή της ουσιαστικής κατανόησης των συγχρόνων προβλημάτων. Είναι μάλλον δέσμιοι των ιδεοληψιών τους.

 

Λάμπρος Αναστ. Ψωμάς

Θεολόγος-Ιστορικός

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *