«Το παραμύθι, σταθερή αξία σε κάθε δύσκολη περίοδο»

Έλενα Χ. Στανιού
(αναδημοσίευση από diastixo.gr)

Εισαγωγή

Ένα κείμενο που λειτουργεί ως ιδιαίτερα ευεργετικό άκουσμα για μικρούς και μεγάλους καθ’ όλη την ιστορική διαδρομή του ανθρώπινου γένους είναι το παραμύθι, που μέσα από τη γοητευτική περιπέτεια της πορείας του ανά τους αιώνες διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην παιδαγωγία και την εξελικτική διαδικασία του παιδιού.

Με όποια μορφή κι αν προσφέρονται τα παραμύθια στα παιδιά, λαϊκά, παραμύθια λογοτεχνών, επώνυμα ή έντεχνα, ιστορίες παραμυθιακές, φανταστικές, αφηγήματα, κόμικς κ.ά., τα εισάγουν σε έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν που βιώνουν στην καθημερινότητά τους, ο οποίος διαρκεί όσο διαρκεί και η διαδικασία της ανάγνωσης και, βέβαια, διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία[1]. Έτσι, τα παιδιά της προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας προτιμούν μύθους και παραμύθια για ζώα και για πράγματα κοντινά, κλιμακωτά παραμύθια, αστεία παραμύθια, μικρές ιστορίες της καθημερινής ζωής κ.ά. Στα μεγαλύτερα παιδιά αρέσουν περισσότερο τα περιπετειακά παραμύθια, τα μαγικά, τα αινιγματικά, οι διαστημικές ιστορίες, οι ρεαλιστικές ιστορίες κ.ά. Ο κόσμος των παραμυθιών –που ας σημειωθεί ότι πολλοί συγγραφείς τους είναι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι λαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό υπόψη τους την παιδαγωγική τους σκοπιμότητα, τα αναγνωστικά ενδιαφέροντα και τις ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών–[2] είναι φανταστικός και μαγικός, όπου όλα είναι δυνατά, πέρα από λογικούς περιορισμούς και φυσικούς νόμους[3] και τοποθετούν τα παραμύθια σε απροσδιόριστο παρελθοντικό χρόνο, κοντινό ή μακρινό[4]. Είναι «ένας χρόνος που κυβερνιέται από έναν ιδιαίτερο χρόνο, που δεν έχει παρά μία πολύ μακρινή ομοιότητα με τον χρόνο που δείχνουν τα ρολόγια και όπου ο ύπνος, για παράδειγμα, μπορεί να διαρκέσει εφτά χρόνια στη σειρά», σύμφωνα με τον H. Weinrich[5]. Αυτός, όμως, ο φανταστικός και μυστηριακός χρόνος κλείνει μέσα του μια τεράστια δύναμη, τη δύναμη της επικοινωνίας, της προσφοράς, της ελπίδας, της ψυχαγωγίας, της εμπιστοσύνης, της μετάδοσης αξιών και θετικών μορφών συμπεριφοράς, στοιχεία που προσδίδουν στο παραμύθι τη μοναδική ικανότητα της αντοχής και της ανθεκτικότητάς του, όχι μόνο μέσα στον χρόνο, αλλά και σε κάθε δύσκολη περίοδο της ανθρωπότητας.

Το παραμύθι στην εποχή του κορονοϊού

Κατά την πορεία του πάνω στη γη, ο άνθρωπος πέρασε από πολλά στάδια μιας εξελικτικής διαδικασίας, η οποία τον έφτασε στο ανώτατο σημείο της σημερινής ηλεκτρονικής εποχής. Μέσα σε όλη αυτή την πορεία, δοκιμάστηκε πολλές φορές σε διάφορα επίπεδα και χρειάστηκε να επιστρατεύσει κάθε δυνατότητά του, ψυχική, νοητική ή σωματική, για να ξεπεράσει οποιοδήποτε εμπόδιο. Και τα κατάφερε· για να φτάσει σήμερα να έχει μπροστά του, αναμφισβήτητα, να αντιμετωπίσει έναν αόρατο εχθρό με μία ιδιαίτερα ισχυρή δυναμική. Ανθρώπινες ζωές χάθηκαν, ψυχικές αντοχές ξεπέρασαν κάθε όριο, σχολεία έκλεισαν, μαθητές και εκπαιδευτικοί μπήκαν σε νέου τύπου εκπαιδευτικές διαδικασίες, που άλλοτε διευκόλυναν και άλλοτε δυσκόλεψαν τη μαθησιακή διαδικασία. Η ανθρωπότητα άλλαξε την καθημερινότητά της και όλοι χρειάστηκε να δείξουν πόσο προσαρμοστικός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος σε κάθε ξαφνική και αναγκαστική αλλαγή. Και αυτά, βέβαια, που το απέδειξαν πρώτα απ’ όλους ήταν τα παιδιά. Βρέθηκαν αντιμέτωπα με πρωτόγνωρες καταστάσεις, μέσα από τις οποίες προσπάθησαν και συνεχίζουν να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με τα νέα δεδομένα. Κοντά στα παιδιά, γονείς και δάσκαλοι δίνουν τον δικό τους αγώνα. Οπωσδήποτε, πλήττονται όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ωστόσο, τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας, του νηπιαγωγείου, είναι εκείνα για τα οποία ο χαμένος χρόνος γίνεται ιδιαίτερα αισθητός, καθώς οι δραστηριότητες και το περιβάλλον του νηπιαγωγείου δεν συναντιούνται πουθενά αλλού. Φυσικά, η μαθησιακή διαδικασία συνεχίστηκε, με την τηλεκπαίδευση να έχει προσθέσει νέα πεδία μάθησης και επικοινωνιακής δραστηριοποίησης παιδιών και εκπαιδευτικών, που ακάματοι συνεχίζουν, με την ίδια δυναμική και αρωγούς τους γονείς, γνωρίζοντας πως η μετάδοση κοινωνικών αξιών και θετικών συμπεριφορών, η διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού και η συνέχιση της γνωσιακής πορείας του δεν μπορούν και δεν πρέπει να σταματήσουν.

Η προσχολική ηλικία έχει, ωστόσο, ένα πολύ σημαντικό μέσο μετάδοσης της οποιασδήποτε πληροφορίας και για κάθε είδους συνθήκες: το παραμύθι, που, δοκιμασμένο στους αιώνες, έρχεται και αυτή τη δύσκολη περίοδο, ικανό να κρατήσει συντροφιά στα παιδιά, να τα παρηγορήσει, να τα διασκεδάσει, να τους προσφέρει ελπίδα και λύσεις στις αγωνίες και τις σκέψεις τους. Γιατί παραμύθι και παιδί είναι δύο έννοιες συνυφασμένες κάτω από το πέπλο της αγάπης, της ευαισθησίας, της φαντασίας, της δημιουργικότητας, που προχωρούν παράλληλα εδώ και αρκετούς αιώνες. Ο Μ. Μπετελχάιμ μιλάει για τη γοητεία των παραμυθιών και πόσο ευεργετικά μπορούν αυτά να απευθυνθούν στα παιδιά, καθώς μέσα από τα παραμύθια τα παιδιά μπορούν να ανακαλύψουν λύσεις και τρόπους αντιμετώπισης δικών τους προσωπικών θεμάτων και αναζητήσεων, να φωτίσουν πτυχές του εαυτού τους και να καλλιεργήσουν την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους[6]. Με τις άπειρες ηθικές, ψυχικές και πνευματικές τους δυνατότητες, τα βοηθούν να αποκαλύψουν την εσωτερική τους φύση και να οδηγηθούν σταδιακά στην προσωπική τους ολοκλήρωση, μέσα από τις ίδιες τις δυσκολίες των ηρώων των παραμυθιών, απαραίτητο στοιχείο για την εσωτερική ανάπτυξη του παιδιού. Γιατί το παραμύθι δεν αφήνει μετέωρο το παιδί, αλλά του προσφέρει μία ηθική λύση και με αυτόν τον τρόπο τού τονώνει το αίσθημα της ασφάλειας και την πίστη στο δίκαιο, την ειρήνη, την ανθρωπιά[7].Και η σύγχρονη πραγματικότητα, την οποία βιώνει το παιδί πλέον στην καθημερινότητά του, έχει ανάγκη από αυτή τη μεγάλη βοήθεια, καθώς η παιδαγωγική αξία του παραμυθιού, με τα βαθιά νοήματα, τα έντονα συναισθήματα και τη συνειδητοποίηση βασικών εννοιών, βοηθούν το παιδί όχι μόνο να σκιαγραφήσει την προσωπικότητά του, αναπτύσσοντας σημαντικά στοιχεία του χαρακτήρα του, αλλά και να γνωρίσει τις ψυχικές και πνευματικές του δυνατότητες. Η απώλεια, το αίσθημα της αδικίας, η έλλειψη κοινωνικών συναναστροφών, η γρήγορη, συνεχής και ξαφνική εναλλαγή καταστάσεων και όλα όσα βιώνει το σύγχρονο παιδί καθιστούν άμεση την ανάγκη της παιδαγωγίας και της παραμυθίας του πιο αγαπητού λογοτεχνικού είδους μικρών και μεγάλων, του παραμυθιού, το οποίο ως το «αρχαϊκότερο διασωμένο είδος αφήγησης», σύμφωνα με τον καθηγητή Μ. Μερακλή[8], υπήρξε, ίσως, η καλύτερη έκφραση της ζωής και των μυστηρίων της από την πρωτόγονη, ακόμη, εποχή της ανθρωπότητας. Μια εποχή σκοτεινή και δυσδιάγνωστη, όπου φαίνεται να έχουν την καταγωγή τους τα θαυμαστά πλάσματα της φαντασίας που δημιούργησε ο άνθρωπος, προκειμένου να ερμηνεύσει και να εξευμενίσει τις αόρατες φυσικές δυνάμεις. Και αυτός ο ανιμισμός του πρωτόγονου έδωσε μορφή και υπόσταση στα φυσικά φαινόμενα, πλάθοντας θεούς και ημίθεους, μάγους και μάγισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, δράκους και νεράιδες[9]. Έχει αναλογιστεί ποτέ κανείς πόσο διαφορετική θα ήταν η ίδια η παιδική λογοτεχνία, αν δεν φιλοξενούσε αυτές τις φανταστικές υπάρξεις; Αυτά τα φανταστικά πλάσματα που συμμετέχουν στη ζωή της αφήγησης με πράξεις και συμπεριφορές που αντιβαίνουν στους οικείους νόμους της φύσης και έχουν ιδιότητες μη κατανοητές από τον πραγματικό κόσμο; Ταυτόχρονα, όμως, είναι χαρακτήρες με αδυναμίες, αρετές και επιθυμίες, νιώθουν συναισθήματα απογοήτευσης, φόβου, χαράς, ελπίδας, έχουν ανάγκη από φίλους[10] και φτάνουν, σήμερα, να ντυθούν με μία σύγχρονη περιβολή, να πάρουν μία σύγχρονη μορφή και να οπλιστούν με ακόμη μεγαλύτερη υπομονή και τη δυνατότητα να γίνονται ακόμη πιο επικοινωνιακοί και πειστικοί, αλλά και ικανοί να διαχειρίζονται σύγχρονα κοινωνικά θέματα και ανάγκες. Γιατί μαζί με τους γονείς από το σπίτι και τους εκπαιδευτικούς, μέσα από την τηλεκπαίδευση αγωνίζονται και οι ίδιοι οι ήρωες των παραμυθιών να κρατήσουν το παιδικό μυαλό σε εγρήγορση, να του ενισχύσουν την εσωτερική δύναμη για υπομονή και κατανόηση των νέων δεδομένων, να οριοθετήσουν εκ νέου τις παιδικές ψυχικές αντοχές και την ικανότητα προσαρμογής, να εμφυσήσουν στα παιδιά την αγάπη για την ίδια τη ζωή. Γιατί η καλοσύνη και το αίσθημα της συγχώρησης που βλέπουν τα παιδιά να αναδύονται από τα παρακάτω λόγια στο πλέον γνωστό παραμύθι της Σταχτοπούτας του Charles Perrault δεν είναι απλά αγάπη για τη ζωή, αλλά και μία υπόκλιση στη ζωή: «Τότε μόνο οι αδερφές της αναγνώρισαν σε αυτή, την όμορφη άγνωστη γυναίκα. Γονάτισαν μπροστά της και ζήτησαν να τις συγχωρήσει για την άσχημη συμπεριφορά τους. Η Σταχτομπούτα τις φίλησε, τις συγχώρησε με όλη της την καρδιά και τις παρακάλεσε να την αγαπούν παντοτινά»[11].

Γιατί παραμύθι και παιδί είναι δύο έννοιες συνυφασμένες κάτω από το πέπλο της αγάπης, της ευαισθησίας, της φαντασίας, της δημιουργικότητας, που προχωρούν παράλληλα εδώ και αρκετούς αιώνες.

Συμπεράσματα

Η μεγάλη επίδραση που ασκούν τα λογοτεχνικά κείμενα, ιδιαίτερα τα παραμύθια, στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού, όπως φαίνεται μέσα από το πέρασμα των αιώνων, γίνεται αποδεκτή από πολλούς μελετητές, καθώς η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων και δη παραμυθιών μπορεί να βοηθήσει το παιδί στην αναγνώριση συναισθημάτων, τα οποία θα αρχίσει να τα κατανοεί και να τα αποδέχεται και, σιγά σιγά, να διαμορφώνει τις δικές του αντιλήψεις και ιδέες. Γιατί η ταύτιση με τους παραμυθιακούς και, γενικά, τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες, δίνει στο παιδί τη δυνατότητα να κατανοεί ευαισθησίες, ψυχικές καταστάσεις και συμπεριφορές των άλλων, είτε είναι ίδιες είτε διαφορετικές από τις δικές του. Έτσι, βλέπει τον τρόπο με τον οποίο οι χαρακτήρες του έργου χειρίζονται τις διάφορες περιστάσεις, που, όμως, το βοηθούν στην αντιμετώπιση των δικών του θεμάτων.

Τα παραμύθια, μέσα από τον μαγικό κόσμο που προβάλλουν, με τους φανταστικούς ήρωες και τα απίθανα και θαυμαστά πλάσματα, που κινούνται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον μύθο, υποδηλώνουν, με τον δικό τους γοητευτικό τρόπο, πρωταρχικές αλήθειες, που είναι φλέβες ζωής. «Και μέσα απ’ αυτόν τον ομιχλώδη κόσμο της φαντασίας κερδίζεται η αλήθεια της ζωής», καθώς το παραμύθι λειτουργεί για τα παιδιά μέσα σε ένα σύνθετο κλίμα ψυχαγωγίας, ως λύτρωση, προειδοποίηση και προετοιμασία, για να αντιμετωπίσουν τον σκληρό και αντιφατικό κοινωνικό περίγυρο, ανάλογα, πάντα, με τις ιδιαίτερες ψυχολογικές και εσωτερικές τους ανάγκες. Έτσι, όταν περάσουν μέσα από τη γοητευτική περιπέτεια του παραμυθιού, μια περιπέτεια που τα έχει ευχάριστα συμπαρασύρει, και το παραμύθι φτάνει στο γνωστό τέλος «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», τα παιδιά αφήνουν πίσω τους τη φανταστική αφήγηση, επανέρχονται στην πραγματικότητα με ελπίδα και αισιοδοξία[12] και επεξεργάζονται με τον δικό τους τρόπο τις πληροφορίες των οποίων μόλις έγιναν κοινωνοί. Πληροφορίες, που μόνο θετική συμβολή μπορούν να έχουν στην ψυχοσύνθεσή τους. Και αυτό συμβαίνει γιατί τα παραμύθια μπορούν να μιλήσουν στις ανάγκες των παιδιών και να φωτίσουν τις δυνατότητες για την επίτευξη της προσωπικής τους αυτονομίας και της κοινωνικής τους ελευθερίας[13]. Δίνουν διέξοδο σε προβληματισμούς, ασυνείδητους τις περισσότερες φορές, και οδηγούν στη λύση των αποριών, αλλά και στη διαπίστωση για εσωτερικές μη φανερές διεργασίες, ικανοποιώντας, ταυτόχρονα, και τη φαντασία τους[14].

Οι κοινωνικές αξίες και αρετές και τα βαθιά νοήματα των παραμυθιών συγκροτούν τον επικοινωνιακό τους χαρακτήρα, ο οποίος συμβάλλει στην παιδαγωγική διάσταση και την ευεργετική παρουσία της παραμυθιακής αφήγησης είτε αυτή πραγματοποιείται από τους γονείς είτε από τους εκπαιδευτικούς, αποδεικνύοντας συνεχώς την αντοχή και τη δυναμική τους υπόσταση. Η προσχολική ηλικία αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την ανάγνωση παραμυθιών, που με τη βοήθειά τους τα παιδιά θα έχουν να αφηγούνται ένα νέο παραμύθι, κάποια στιγμή: «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Κορονοϊός…» Και θα μιλούν για τη δική τους προσωπική περιπέτεια, αυτή τη φορά. Για να φτάσουν, όμως, στο γνωστό τέλος: «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», γονείς, εκπαιδευτικοί και αγαπημένοι παραμυθοήρωες έχουν πολλή και σημαντική δουλειά να κάνουν.

Η Έλενα Χ. Στανιού είναι Δρ Παιδικής Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, νηπιαγωγός και συγγραφέας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στανιού, Έ.Χ. (2015). Όταν οι ήρωες των παραμυθιών συναντούν τους μικρούς καθημερινούς ήρωες μιας τάξης νηπιαγωγείου. Στο Γ. Κοντομήτρος (Επιμ.), Φίλιος Αμητός προς τιμήν του Κώστα Λιάπη (σσ. 353-363). Βόλος: Εργαστήριο Λόγου και Πολιτισμού (κατεύθυνση Λογοτεχνίας) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
[2] Αναγνωστόπουλος, Β.Δ. (1997). Τέχνη και Τεχνική του Παραμυθιού (σσ. 77, 85). Αθήνα: Καστανιώτης.
[3] Αναγνωστόπουλος, Β.Δ. (2006). Τάσεις και Εξελίξεις της Παιδικής Λογοτεχνίας (σσ. 91-107) (14η έκδ.). Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων.
[4] Ζαν, Ζ. (1996). Η δύναμη των παραμυθιών (μτφρ. Μ. Τζαφεροπούλου) (σ. 26). Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
[5] Weinrich, H. (1964/1978). Le Temps, le récit et le commentaire (trans. M. Lacost) (pp. 46-47). Paris: Seuil.
[6] Μπετελχάιμ, Μ. (1976/1995). Η γοητεία των παραμυθιών (μτφρ. Ε. Αστερίου) (σ. 23). Αθήνα: Γλάρος.
[7] Αναγνωστόπουλος, 2006, σ. 95.
[8] Μερακλής, Μ.Γ. (1993). Έντεχνος λαϊκός λόγος (σ. 122). Αθήνα: Καρδαμίτσας.
[9] Μαντάς, Κ.Γ. (1972). Το παραμύθι – Η παιδευτική αξία και η διδασκαλία του (σ. 27). Πάτρα.
[10] Γαβριηλίδου, Σ. (2008). Το δύσκολο επάγγελμα του κλασικού ήρωα (σσ. 83-85). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
[11] Perrault, C. (1697/1988). Η Σταχτομπούτα ή Το Μικρό Γυάλινο Γοβάκι (μτφρ. Ρ. Ρώσση-Ζαΐρη) (σ. 30). Αθήνα: Εκδόσεις Ε. Ρώσση.
[12] Αναγνωστόπουλος, 1997, σσ. 86-87, 77, 54-55.
[13] Zipes, J. (1982/2006). Fairy Tales and the Art of Subversion The Classical Genre for Children and the Process of Civilization (p. 169) (2nd ed.). New York, London: Routledge.
[14] Τσιλιμένη, Τ. (2011). Εισαγωγή στην τέχνη της αφήγησης. Στο Τ.Δ. Τσιλιμένη (Επιμ.), Αφήγηση και Εκπαίδευση. Εισαγωγή στην τέχνη της αφήγησης. Άρθρα και Μελετήματα. Αθήνα: Επίκεντρο.

Κοινοποίηση:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Εγγραφείτε στο μηνιαίο newsletter μας

Για να μαθαίνετε τα νέα του σχολείου μας και τα τελευταία ενδιαφέροντα άρθρα του HEAculture