ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ

Share on facebook
Share on google
Share on twitter
Share on linkedin

Οι ιεράρχες που εορτάζουν στις 30 Ιανουαρίου κάθε χρόνου αποτελούν μείζονες προσωπικότητες: από την πλευρά της θεολογίας θεωρούνται ως από τους μεγαλυτέρους θεολόγους Πατέρες της Εκκλησίας• από την πλευρά της διανόησης, που έχει την αρχή της στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, θεωρούνται ως εμβληματικές μορφές της βυζαντινής φιλοσοφίας. Δεν είναι σε καμιά περίπτωση τυχαία η καθιέρωσή τους ως προστάτες της παιδείας από το ελληνικό κράτος τον 19ο αι.

Πολλά ερωτήματα μπορούν να τεθούν προς απάντηση γύρω από τους Τρεις Ιεράρχες. Ποιοι ήταν; Ποια η ιδιαίτερη σημασία και επιρροή τους στην εποχή τους, αλλά και αργότερα; Πότε και γιατί καθιερώθηκε ο κοινός εορτασμός τους στις 30 Ιανουαρίου; Γιατί θεωρούνται προστάτες της παιδείας της χώρας μας; Ποια η ιδιαίτερη σχέση τους με τη μόρφωση και μάλιστα τα ελληνικά γράμματα; Δεν είναι δυνατό να απαντήσουμε σε όλα αυτά τα ερωτήματα εδώ. Θα περιοριστούμε μόνο να εξηγήσουμε τι είναι ο Πατέρας της Εκκλησίας και, παρουσιάζοντας τη ζωή τους, να δείξουμε γιατί ο χαρακτηρισμός όχι μόνο τους αφορά, αλλά βρίσκει στο πρόσωπό τους πλήρη εφαρμογή.

1. Πατέρες της Εκκλησίας

Πατέρες της Εκκλησίας είναι νομίζουμε τα πρόσωπα εκείνα στα οποία συντρέχουν δύο προϋποθέσεις εξίσου σημαντικές:

1. Είναι εκείνοι που παίρνουν θέση σε φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν την Εκκλησία, έχουν δηλαδή θεολογική άποψη με την οποία αναπτύσσουν και αποσαφηνίζουν την πίστη της Εκκλησίας, όπως αυτή διατυπώνεται στην Καινή Διαθήκη, στη διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων,
2. Είναι εκείνοι που ζουν σύμφωνα με τις αρχές της πίστης τους αυτής, φροντίζουν δηλαδή να συμβαδίζει ο λόγος τους με τη ζωή τους και να δέχονται την παρουσία του Αγίου Πνεύματος που οδηγεί τον άνθρωπο στην αλήθεια (Ιω. 16, 12-13). Άρα η ζωή τους είναι σύμφωνη με τη ζωή της Εκκλησίας, όπως αυτή βιώθηκε από τον Χριστό και τους Αποστόλους.

Αυτός ο καίριος συνδυασμός πίστης και ζωής, διδασκαλίας και εφαρμογής, είναι αυτός που καθιστά έναν άνθρωπο Πατέρα της Εκκλησίας, γιατί, όπως έδειξε ο Χριστός ως πρότυπο με τη διδασκαλία και το έργο του, με την επί του όρους ομιλία και την πατριαρχική προσευχή Του, αλλά και με τη Σταύρωση και την Ανάστασή Του, αυτός είναι ο τρόπος που επανενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό.

2. Βασίλειος ο Μέγας (329/330 – 379)

Γιος του μεγαλογαιοκτήμονα της Καισάρειας της Καππαδοκίας (σημ. Καϊσερί της Τουρκίας) Βασιλείου και της συζύγου του Εμμελείας, ο Μέγας Βασίλειος ξεκίνησε τις σπουδές του στην αρχή της εφηβείας του στην Καισάρεια το 341, όπου γνώρισε και τον μετέπειτα στενότατο φίλο και συνεργάτη του Γρηγόριο, και συνέχισε στην Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα, όπου επανασυνδέθηκε με τον φίλο του Γρηγόριο και γνώρισε τον νεαρό Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Στην Αθήνα έμεινε ως το 356 και οι σπουδές του περιλάμβαναν τα βασικά της εποχής του – φιλοσοφία και ρητορική – αλλά και μαθηματικά, αστρονομία και ιατρική. Επέστρεψε στην Καισάρεια, όπου εργάστηκε ως ρήτορας (δικηγόρος) και ως δάσκαλος της ρητορικής.

Όταν πέθανε ο αδελφός του Ναυκράτιος (358) βαπτίστηκε Χριστιανός. Αν και από χριστιανική οικογένεια, οι Βαπτίσεις στην εποχή του γίνονταν σε ώριμη ηλικία και μόνο εφόσον το επιθυμούσε ο ίδιος ο προς βάπτιση πιστός. Η γνωριμία του με τον επίσκοπο Σεβαστείας (σημερινού Σίβας της Τουρκίας) Ευστάθιο του έδειξε τον τρόπο της ασκητικής ζωής και θέλησε να γνωρίσει την παράδοση των Χριστιανών ασκητών. Ταξίδεψε έτσι στη Συρία, στη Μεσοποταμία (σημερινό Ιράκ), στην Παλαιστίνη (σημερινό Ισραήλ) και στην Αίγυπτο.

Αυτός ο τρόπος ζωής τον ενθουσίασε τόσο, ώστε, μετά την επιστροφή του στην Καισάρεια, μοίρασε το μέρος της κτηματικής περιουσίας του πατέρα του που του αναλογούσε σε ακτήμονες και έζησε ως ασκητής στον Πόντο σε μια τοποθεσία γνωστή τότε ως Άνησσα κοντά στον Ίρι ποταμό. Κοντά του έσπευσε και ο φίλος του Γρηγόριος.

Τέσσερα χρόνια αργότερα (362) επέστρεψε στην Καισάρεια, χειροτονήθηκε ιερέας και άρχισε να κινείται ενάντια στην αίρεση του Αρείου που δίδασκε ότι ο Χριστός ήταν κτίσμα του Θεού και όχι Θεός. Υποστήριξε τόσο σθεναρά και με τόση επιτυχία τις θέσεις του, ώστε οι Καισαρείς τον θέλησαν ως επίσκοπό τους το 370, θέση την οποία ο ίδιος δέχθηκε. Έμεινε στη θέση αυτή επί οκτώ περίπου χρόνια. Πέθανε τις τελευταίες ημέρες του 378 και κηδεύθηκε σε πάνδημη κηδεία την 1η Ιανουαρίου 379, ημέρα που καθιερώθηκε ως ετήσιος εορτασμός της μνήμης του. Ήταν περίπου 49 ετών.

Πολέμησε τον Αρειανισμό ακόμα και όταν ήταν ο μόνος σχεδόν επίσκοπος που το έκανε, αποτέλεσε έναν από τους θεμελιωτές του δόγματος για τον Θεό ως Τριάδα και αποδείχθηκε εξαιρετικά ισχυρός θεολόγος, με διαύγεια πνεύματος και ασυναγώνιστη σαφήνεια. Άνθρωπος με πλατειά μόρφωση, διακρινόταν από ρητορική δεινότητα. Αντίθετα από το μικρό του ανάστημα, το ισχνό παρουσιαστικό του και τη φιλάσθενη φύση του, αποδείχθηκε γενναίος και άφοβος, εξαιρετικά δραστήριος και ενεργητικός, με κατανόηση για τους αντιπάλους του – αν και όχι για τις ιδέες τους. Είχε πλήρη πεποίθηση στην ορθότητα των θέσεών του, για τη διάδοση και επικράτηση των οποίων εργάστηκε με πάθος. Αναμφίβολα, ήταν ο συνδυασμός πίστης και ζωής που του έδωσε αυτή την παρρησία.

Pierre Hubert Subleyras, 1699-1749
«Η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου», 1746
Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, Ρωσία

 

 

 

 

 

Επέκρινε καυστικότατα τη φιλοχρηματία και την πλεονεξία, όπως και τη διαφθορά των κρατικών αξιωματούχων και τη ροπής τους στην κατάχρηση εξουσίας. Είναι περίφημος ο τρόπος με τον οποίο στάθηκε μπροστά στον έπαρχο Μόδεστο που είχε σταλεί από τον αυτοκράτορα Ουάλη να τον συλλάβει. Απειλήθηκε με δήμευση της περιουσίας του, βασανισμό και θανάτωση. Απήντησε ότι δεν φοβόταν τη δήμευση γιατί δεν είχε περιουσία• δεν φοβόταν τον βασανισμό γιατί ήταν ασθενικός και θα κατέρρεε άμεσα• δεν φοβόταν τον θάνατο γιατί πίστευε στην Ανάσταση. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους φτωχούς και αναξιοπαθούντες της επισκοπής του, ιδρύοντας ένα συγκρότημα κτηρίων που περιλάμβανε το πρώτο νοσοκομείο του δυτικού κόσμου με τη σύγχρονη έννοια της νοσηλείας ασθενών και της παρακολούθησής τους από γιατρούς, πτωχοκομείο και ξενώνα για τους ταξιδιώτες, όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να εισέρχονται δωρεάν. Στο περίφημο αυτό συγκρότημα, που ο φίλος του Γρηγόριος θεωρούσε ένα από τα θαύματα του κόσμου, οι Καισαρείς έδωσαν το όνομά του (Βασιλειάδα).

Τέλος έγραψε μια σειρά από θεολογικές πραγματείες, ασκητικά συγγράμματα, ερμηνευτικά κείμενα, κηρύγματα και επιστολές. Ορισμένα από τα κείμενά του – όπως οι κατά Ευνομίου λόγοι του – θεωρούνται θεμελιώδη για την Ορθόδοξη θεολογία. Μία από τις Λειτουργίες που τελούνται στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδεται σε αυτόν, καθώς θεωρούνταν κορυφαίος λειτουργός που μαλάκωνε την ψυχές των ανθρώπων με την παρουσία του κατά την τέλεση της Ευχαριστίας.

Περί παιδείας:
« … ξόδεψα σχεδόν όλη μου τη νιότη στο μάταιο κόπο της ενασχόλησης με τα μαθήματα της σοφίας που ο Θεός απέδειξε ανούσια και, σαν να ξυπνησα από ύπνο βαθύ, κοίταξα προς το θαυμαστό φως της αλήθειας του Ευαγγελίου …»

Το Ευαγγέλιο αποκαλύπτει την ένωση Θεού και ανθρώπου, πραγματικότητα ασύγκριτα ουσιαστικότερη από κάθε μορφή ανθρώπινης σοφίας. Ο Μέγας Βασίλειος δεν δίστασε να θέσει όλη την παιδεία του – που αποδείχθηκε τελικά εξαιρετικά χρήσιμη – στην υπηρεσία της πραγματικότητας αυτής. Γι’ αυτόν το Ευαγγέλιο του Χριστού είχε απόλυτη προτεραιότητα. Η σοφία των αρχαίων ποιητών και φιλοσόφων αποκτούσε τεράστια αξία υπό το φως του Ευαγγελίου.

3. Γρηγόριος ο Θεολόγος (ο Ναζιανζηνός, 329-390)

Ο Γρηγόριος καταγόταν επίσης από την ευρύτερη περιοχή της Καισάρειας – συγκεκριμένα τη μικρή πόλη Ναζιανζό, όπου ο πατέρας του ήταν επίσκοπος. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η οικογένειά του ήταν εβραϊκής καταγωγής.

Ξεκίνησε τις σπουδές του από την κοντινή Καισάρεια το 341, όπου, όπως προειπώθηκε, γνώρισε τον Βασίλειο. Ως το 356 σπούδασε φιλοσοφία και ρητορική επιπλέον στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και στην Αθήνα – όπου επανασυνδέθηκε με τον Βασίλειο και γνωρίστηκε με τον Ιουλιανό – και, μετά το πέρας των σπουδών του, παρέμεινε στην Αθήνα ως το 357-8, όπου δίδαξε ρητορική.

Βαπτίστηκε την ίδια περίοδο και, στη συνέχεια, συνάντησε τον φίλο του Βασίλειο στο ασκητήριό του στον Πόντο. Επέστρεψε στη Ναζιανζό, όπου ο πατέρας του τον χειροτόνησε ιερέα (361), προκειμένου να έχει την υποστήριξή του στη διαποίμανση της επισκοπής του και στην καταπολέμηση των Αρειανών αιρετικών. Το 372 ο φίλος του Βασίλειος τον χειροτόνησε επίσκοπο της ασήμαντης πολίχνης των Σασίμων για να έχει την υποστήριξή του στον αγώνα του κατά των Αρειανών. Όταν ο πατέρας του πέθανε, έφυγε για να ζήσει ασκητική μοναστική ζωή. Κατά τον θάνατο του Βασιλείου το 378 ήταν άρρωστος στον τόπο της άσκησής του και δεν μπόρεσε να βρεθεί στην κηδεία του φίλου του, γεγονός που τον συγκλόνισε.

Ανέλαβε τον αγώνα κατά των Αρειανών και επέστρεψε στη Ναζιανζό, ενώ έφυγε για την Κωνσταντινούπολη το 379-80 για να συγκρουστεί με τους αιρετικούς στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Η επιρροή του λόγου του ήταν τέτοια, ώστε οι Αρειανόφρονες προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν, χωρίς επιτυχία. Όταν στην πρωτεύουσα έφθασε ο νέος αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α΄ ο Μέγας, σφοδρός αντίπαλος των Αρειανοφρόνων, ο Γρηγόριος απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Με τη σύμφωνη γνώμη του, συγκλήθηκε στην πρωτεύουσα σύνοδος 150 επισκόπων (Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, 381-382). Αν και κατόρθωσε να πείσει για την ορθότητα των απόψεών του, οι αντίπαλοί του τού επιτέθηκαν για ζητήματα της επισκοπικής του ιδιότητας και εκείνος παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στη Ναζιανζό. Ωστόσο, η Σύνοδος υιοθέτησε πλήρως όλες τις θεολογικές του θέσεις. Το 383 παραιτήθηκε και από τη διοίκηση της επισκοπής Ναζιανζού και αποσύρθηκε στην ασκητική μοναστική ζωή του, όπου επιδόθηκε και στο θεολογικό και ποιητικό (ομηρικό-δραματικό) έργο του. Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου 390.

Αντίθετα από τον Βασίλειο, ο Γρηγόριος ήταν άνθρωπος που αγαπούσε τη μοναστική απομόνωση και την προσευχή. Οποτεδήποτε το έκανε, ακολουθούσε προτροπή του φίλου του, αλλά οι σχετικές περιπτώσεις δεν αποτελούσαν παρά διαλείμματα της μοναστικής ζωής του. Αναμείχθηκε, χωρίς να το θέλει, αλλά με όλες του τις δυνάμεις, στο έργο της υπεράσπισης της Ορθόδοξης πίστης, μόνο όταν έχασε τον φίλο του. Συναισθηματικός και με φοβερή κατανόηση για τις διαφορετικές απόψεις, δοκίμασε μεγάλη θλίψη από την απώλεια του φίλου του και από τις επιθέσεις των θεολογικών του αντιπάλων. Επέμεινε μόνο ως τη Σύνοδο. Όταν και εκεί κάποιοι τον θέλησαν έξω από την Κωνσταντινούπολη φθονώντας την επιρροή που ασκούσε στον αυτοκράτορα, απλώς παραιτήθηκε και επέστρεψε στην αγαπημένη του μόνωση.

Θεολογικά ανήκει στους θεμελιωτές του τριαδικού δόγματος και σε έναν από τους ισχυρότερους και σημαντικότερους Χριστιανούς θεολόγους. Αφιέρωσε όλη του την περιουσία σε φτωχούς και έζησε πάμπτωχος ως το τέλος της ζωής του. Στηλίτευσε, όπως και ο Βασίλειος, με πάθος την κοινωνική αδικία, υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα των γυναικών που καταπατούνταν από την κρατική νομοθεσία της εποχής του. Σε αυτόν ανήκει η κατηγορία «άνδρες οι νομοθετούντες και υπέρ αυτών η νομοθεσία». Η παρρησία του, θεολογική και κοινωνική, παρά την αγάπη του για τη μόνωση, δείχνει και την αρμονία πίστης και ζωής στο πρόσωπό του.

Περί παιδείας:
«Όποιος καταδικάζει την (ελληνική) παιδεία είναι γιατί είναι απαίδευτος και προσπαθεί να το κρύψει».
Η προτεραιότητα του Ευαγγελίου είναι για τον Γρηγόριο αδιαμφισβήτητη, αλλά αυτό δεν καθιστά την παιδεία άχρηστη, ούτε δικαιολογεί την υποκρισία των απαιδεύτων Χριστιανών που κατηγορούν τους μορφωμένους για να κρύψουν την αμορφωσιά τους.

 

Peter Paul Rubens, 1577-1660
«Ο Άγιος Γρηγόριος στηλιτεύει την αίρεση», 1620-1621 Πινακοθήκη Ολμπράιτ-Νοξ, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ

 

 

4. Ιωάννης ο Χρυσόστομος (347-407)

Γιος ανωτάτου στρατιωτικού, ο Ιωάννης γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας. Σπούδασε στην πόλη του, που ήταν, άλλωστε, μία από τις δύο μεγαλύτερες πόλεις της αυτοκρατορίας (η άλλη ήταν η αιγυπτιακή πόλη Αλεξάνδρεια). Διδάχθηκε τη ρητορική και τη φιλοσοφία από τον δάσκαλο της ρητορικής και της νέας σοφιστικής Λιβάνιο, ενώ διδάχθηκε τη θεολογία από τον Διόδωρο, τον μετέπειτα επίσκοπο Ταρσού.

Αρχικά ακολούθησε και αυτός ασκητική ζωή (375-381), κατά τη διάρκεια της οποίας ασχολήθηκε με την απομνημόνευση της Αγίας Γραφής. Επέστρεψε στην Αντιόχεια το 381, οπότε χειροτονήθηκε διάκονος, ενώ το 386 έγινε ιερέας και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το κήρυγμα. Τα κηρύγματά του είχαν τέτοια απήχηση, ώστε οι κάτοικοι της πόλης του, τον αγαπούσαν και είχε ιδιαίτερη επιρροή, την οποία χρησιμοποίησε για να ανακουφίσει τους φτωχούς. Έτσι, τα κηρύγματά του ήταν συχνά απαράμιλλοι ύμνοι στην ελεημοσύνη και την αγάπη προς τον οποιονδήποτε άλλο.

Ο αυλικός αξιωματούχος Ευτρόπιος θεώρησε ότι ήταν κατάλληλος για τη θέση του αρχιεπισκόπου στην Κωνσταντινούπολη, όπου κλήθηκε με εντολή του αυτοκράτορα Αρκαδίου. Εγκατέλειψε νύχτα την Αντιόχεια για να μην ξεσηκωθεί ο κόσμος κατά του αυτοκράτορα. Η επιλογή του αυλικού ευνούχου Ευτροπίου αποδείχθηκε εσφαλμένη, αφού ο Ιωάννης στράφηκε με δριμύτητα κατά της κενόδοξης επίδειξης πλούτου και της αυθαιρεσίας όχι μόνο των αυλικών, όπως ο ίδιος ο ευνούχος Ευτρόπιος, αλλά και του ίδιου του αυτοκρατορικού ζεύγους Αρκαδίου και Ευδοξίας. Η Κωνσταντινούπολη αναστατώθηκε από τα κηρύγματά του, αλλά η άμεμπτη στάση του αρχιεπισκόπου, το γεγονός ότι η ζωή του συμβάδιζε πλήρως με την πίστη του, ασκούσε στον κόσμο της πρωτεύουσας ιδιαίτερη γοητεία. Έτσι, και στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιωάννης άσκησε τεράστια επιρροή. Το αυτοκρατορικό περιβάλλον, ωστόσο, είχε θιγεί. Αν και ο Αρκάδιος φοβόταν τις λαϊκές αντιδράσεις, η Ευδοξία δεν φείσθηκε προσπαθειών για να εκτοπίσει τον αρχιεπίσκοπο. Το 403 συνελήφθη για πρώτη φορά ο Ιωάννης, αλλά η λαϊκή αντίδραση, οδήγησε στο να πρυτανεύσει κατευναστική πολιτική στο παλάτι.

Ο Ιωάννης, ωστόσο, δεν άργησε να εξοργίσει την Ευδοξία. Όταν στο Αυγουσταίο αναγέρθηκε αργυρό άγαλμα της αυτοκράτειρας, ο Ιωάννης άσκησε δημόσια κριτική εναντίον της για την κενοδοξία της, τη σπατάλη του δημοσίου χρήματος σε ανούσια έργα, και την αδιαφορία της για τους αναξιοπαθούντες της πρωτεύουσας. Η αυτοκράτειρα εξοργίστηκε και προσπάθησε να βρει τρόπο να εκθρονίσει τον αρχιεπίσκοπο. Ο Ιωάννης έριξε λάδι στη φωτιά με μνημειώδες κήρυγμά του, όπου την παρομοίαζε με την Ηρωδιάδα του Ευαγγελίου που, ασκώντας απόλυτο έλεγχο στον σύζυγό της Ηρώδη, είχε οδηγήσει στην εκτέλεση του Ιωάννη του Προδρόμου, του Βαπτιστή του Κυρίου. Το κήρυγμά του έμεινε θρυλικό στη μνήμη των ανθρώπων της εποχής του από τις αρχικές φράσεις του: «πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταράσσεται, πάλιν ορχείται, πάλιν την κεφαλήν Ιωάννου ζητεί λαβείν επί πίνακι». Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν η εξορία του αρχιεπισκόπου στην πολίχνη Κουκουσό στη σημερινή Αμπχαζία στον Καύκασο (404).

Ο Ιωάννης δεν έπαυσε να επικοινωνεί με τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης μέσω επιστολών, γεγονός που συνέχιζε να δημιουργεί αναστάτωση. Εξορίστηκε εκ νέου στην Πιτυούντα στη σημερινή Γεωργία, όπου έπρεπε να μεταβεί οδοιπορώντας. Δεν άντεξε, ωστόσο, και πέθανε στη διαδρομή στα Κόμανα της σημερινής Τουρκίας. Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας, πέθανε στον Ναό της πολίχνης όπου τα τελευταία του λόγια ήταν: «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» (407).

Ο Ιωάννης είναι ο μεγαλύτερος Χριστιανός ρήτορας και δίκαια αποκλήθηκε «Χριστιανός Δημοσθένης». Άνθρωπος με πλατειά μόρφωση, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του κηρυκτικού του έργου στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης). Παρά την ασκητική ζωή του και τη φιλάσθενη φύση του είχε τεράστια ψυχικά αποθέματα και εκπληκτική γενναιότητα, καθώς αγνόησε πάντοτε τις εναντίον του απειλές των ισχυροτέρων της εποχής του και έζησε και δίδαξε σύμφωνα με την πίστη του. Εξαιρετικά δραστήριος και ενεργητικός, αναδείχθηκε, με τη δεινή ρητορεία του, σε σταθερό προστάτη των αδυνάτων και αδίστακτο, καυστικό επικριτή της αυθαιρεσίας της εξουσίας και της υποκριτικής αναλγησίας των πλουσίων και ισχυρών της εποχής του. Ίδρυσε νοσοκομεία στην πρωτεύουσα, όπως και πτωχοκομεία, προσπαθώντας να ανακουφίσει τον πόνο όσων υπέφεραν.

Για την παιδεία:
«Τον Ιωάννη, αν δεν τον είχαν κλέψει οι Χριστιανοί».
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, αυτή ήταν η απάντηση που έδωσε ο ειδωλολάτρης ρήτορας Λιβάνιος στην ερώτηση για το ποιον ήθελε διάδοχό του. Η αφοσίωση του Ιωάννη στο Ευαγγέλιο δεν σήμαινε περιφρόνηση της ελληνικής παιδείας στην οποία πρώτευσε. Συνδύασε τα δύο σε μια εκπληκτική αρμονία, όπως ακριβώς είχαν κάνει, λίγο πριν από αυτόν, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος.

 

«Ο Ιωάννης Χρυσόστομος και η αυτοκράτειρα Ευδοξία», 1893
Jean-Paul Laurens, 1838-1921
Μουσείο Αυγουστινιανών, Τουλούζ, Γαλλία

 

 

 

5. Επιλογικά

Στην εποχή μας προβάλλονται πρότυπα με κάθε τρόπο, πρότυπα νιότης και ομορφιάς, πλούτου και ευδαιμονίας, λαμπερής προβολής και δόξας. Αυτά δείχνουν να εντυπωσιάζουν τους νέους σήμερα. Η παιδεία, η μόρφωση, η πίστη στη σωτηρία από τη φθορά και τον θάνατο που ο Χριστός, Θεός και άνθρωπος μαζί, προσφέρει στον κόσμο, η αρμονία λόγων και έργων, πίστης και ζωής, αλλά και η σημασία του συνδυασμού της χριστιανικής πίστης και της ελληνικής παιδείας δεν αποτελούν σήμερα πρότυπα ζωής. Κανείς δεν σκέπτεται ότι τα πρότυπα του σήμερα, ξεχνιούνται αύριο γιατί χάνουν μοιραία την ομορφιά και τη νιότη τους, ενίοτε και τον πλούτο τους, αφού οι καπιταλιστική μας κοινωνία ενέχει τέτοιους κινδύνους. Σπανίως σκεπτόμαστε ότι τα πρότυπα ζωής είναι αιώνια: άνθρωποι που άφησαν τη σφραγίδα τους με τη ζωή τους. Τα σώματά τους έλιωσαν με τον χρόνο, αλλά η μνήμη τους μένει σταθερή. Άλλωστε, η αγιότητά τους συνεχίζει να λειτουργεί ως φάρος και οδοδείκτης. Το σχολείο μάχεται μάταιο(;) αγώνα κατά του facebook, του instagram, του κινητού τηλεφώνου, των video games. Θα τον κερδίσει;

Βεβαιότατα! Θα τον κερδίσει όσο προτάσσει το πρότυπο ανθρώπων όπως οι Πατέρες της Εκκλησίας, που έζησαν με ειλικρίνεια και ευθύτητα, όπως υπαγόρευσε η πίστη τους, δεν συμβιβάστηκαν με την κοινωνική αδικία ούτε δέχθηκαν να νοθεύσουν την πίστη τους και το νόημα της σωτηρίας που ο Χριστός προσφέρει στον κόσμο. Όσο μάταιος και αν δείχνει ο αγώνας, θα κερδιθεί στο τέλος γιατί η γνησιότητα είναι προορισμένη να ζήσει. Όλα τα άλλα, όσο και αν ξιπάζουν στις μέρες μας, είναι καταδικασμένα να πεθάνουν.

Λάμπρος Ψωμάς
Εκπαιδευτικός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *